Νέες επενδύσεις στον τουριστικό κλάδο σε πείσμα των πανδημικών καιρών πραγματοποιεί το τελευταίο διάστημα ο όμιλος Λασκαρίδη δρομολογώντας αφενός την μεγαλύτερη τουριστική επένδυση των βορείων προαστίων αλλά και ανοίγοντας εν μέσω κρίσης την νέα ξενοδοχειακή του μονάδα στο κέντρο της πρωτεύουσας

To φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο του Ομίλου Regency, εκ των βασικών μετόχων του οποίου είναι και οι οικογένειες Λασκαρίδη, ονομάζεται «Voria» και ανακοινώθηκε πριν από λίγες ημέρες. Στόχος της επένδυσης ύψους 200 εκατ. ευρώ του Ομίλου είναι να δημιουργηθεί ένας ολοκληρωμένος χώρος ψυχαγωγίας και Τουρισμού στην περιοχή του Αμαρουσίου το οποίο θα αναβαθμίσει την περιοχή ολιστικά διαμορφώνοντας συνθήκες ισόρροπης και πολυεπίπεδης ανάπτυξης για την Αττική και δημιουργώντας περί τις 1.000 νέες θέσεις εργασίας, διασφαλίζοντας παράλληλα και τις ήδη υπάρχουσες του Καζίνου της Πάρνηθας. 

Το νέο πρότυπο συγκρότημα στα «Voria»

Πιο συγκεκριμένα, το διεθνώς πρότυπο τουριστικό συγκρότημα θα αναπτυχθεί σε έκταση 55.000 τ.μ. και θα περιλαμβάνει ένα πεντάστερο ξενοδοχείο, το Καζίνο, καταστήματα εστίασης, ένα υπόγειο πάρκινγκ καθώς και χώρους Πολιτισμού εκδηλώσεων και αναψυχής.

Πέρα από τον ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό το «Voria» θα στοχεύσει και στην περιβαλλοντική ανάπτυξη της περιοχής, με το 50% της συνολικής έκτασης να αποτελείται από ελεύθερους κοινόχρηστους χώρους και με το πράσινο να κυριαρχεί όχι μόνο σε αυτούς αλλά ακόμα και στις οροφές του βιοκλιματικού κτηρίου που θα περιλαμβάνει. Για το λόγο αυτό άλλωστε το κτήριο δεν θα είναι απλά αρκετά χαμηλότερο από τα λοιπά κτήρια της περιοχής αλλά θα έχει και τέτοιο σχεδιασμό που θα «μειώνει» ακόμα περισσότερο την αίσθηση ύψους- όγκου.

Παρότι η συγκεκριμένη τουριστική επένδυση δρομολογείται καιρό, πλέον είναι ένα βήμα πιο κοντά στην ολοκλήρωσή της. Μάλιστα αν και όλα δείχνουν ότι το έργο θα είναι έτοιμο μετά την πανδημία, υπογραμμίζει την πίστη του ομίλου ότι ο ελληνικός τουρισμός θα ανακάμψει μετά από αυτή φτάνοντας τα προηγούμενα επίπεδα ρεκόρ. Να θυμίσουμε ότι τα επόμενα βήματα για το συγκρότημα «Voria» περιλαμβάνουν την υποβολή της Πολεοδομικής Μελέτης στο Υπουργείο Περιβάλλοντος προς έγκριση, την έγκρισή του τελικού σχεδίου από το Συμβούλιο της Επικρατείας και την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων για τις οικονομικές άδειες. Μόλις ολοκληρωθούν οι αδειοδοτήσεις η εταιρεία είναι έτοιμη να ξεκινήσει τις εργασίες οι οποίες υπολογίζεται ότι θα διαρκέσουν δύο χρόνια.

Με την υλοποίησή της το Δημόσιο θα αυξήσει τα έσοδα του, δεδομένου ότι το 49% του Mont Parnes που θα μεταφερθεί στο Μαρούσι θα παραμείνει στο Δημόσιο. Ωστόσο το κόστος της νέας επένδυσης θα βαρύνει αποκλειστικά τους ιδιώτες μετόχους, δηλαδή τη Regency  Entertainment  η οποία αποτελεί και τον βασικό μέτοχο με ποσοστό 70% της Athens Resort Casino AE. To υπόλοιπο 30% της Α.Ε.Α.Σ. ανήκει στην εταιρία Karenia Enterprises Company Limited  των Ομίλων Λασκαρίδη – Κόκκαλη. 

Ο επιχειρηματικός όμιλος της Regency Entertainment, ο οποίος μετρά πάνω από 20 χρόνια παρουσίας στην εγχώρια επιχειρηματική σκηνή, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους με σημαντική συνεισφορά στην εθνική οικονομία, στην απασχόληση και στα κρατικά έσοδα.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 όπου και κατασκεύασε και λειτούργησε το Regency Casino Thessaloniki έχει επενδύσει περί τα 300 εκατ. ευρώ και πλέον περιλαμβάνει στο χαρτοφυλάκιό του το πολυτελές ξενοδοχείο Hyatt Regency στη συμπρωτεύουσα καθώς και το πλειοψηφικό ποσοστό του συγκροτήματος του Καζίνο Mont Parnes στην Αθήνα

Νέο ξενοδοχείο εν μέσω κρίσης

Οι οικογένειες του Πάνου και Θανάση Λασκαρίδη «συνυπογράφουν» ένα έργο που θα αλλάξει το προφίλ της περιοχής και στέλνουν για δεύτερη φορά μέσα στην υγειονομική και οικονομική κρίση ένα μήνυμα εμπιστοσύνης στην αξία του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.Λίγο νωρίτερα, ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ο ίδιος όμιλος έδωσε «ψήφο εμπιστοσύνης» στο ελληνικό τουριστικό προϊόν όταν και η Λάμψα, συμφερόντων της οικογένειας Λασκαρίδη, ολοκλήρωσε την ανακαίνιση και προχώρησε στα εγκαίνια της νέας ξενοδοχειακής μονάδας της πλατείας Συντάγματος

Με την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λάμψα να εκτιμάται περί τα 264 εκατ., τον μακροπρόθεσμο δανεισμό της να μην υπερβαίνει κατά πολύ τα 100 εκατ. ευρώ και τον κύκλο εργασιών της κατά την περυσινή χρήση να ανέρχεται στα 78 εκατ., ο όμιλος συμφερόντων της οικογένειας Λασκαρίδη προχώρησε στην ολοκλήρωση της επένδυσης ύψους 25 εκατ. πέραν του τιμήματος των 36 εκατ. για την 30ετή παραχώρηση του κτηρίου, προσθέτοντας μια ακόμα πολυτελή μονάδα στο χαρτοφυλάκιό του. Να θυμίσουμε ότι το χαρτοφυλάκιό της Λάμψα περιλαμβάνει το εμβληματικό ξενοδοχείο του Συντάγματος «Μεγάλη Βρεταννία» και το γειτονικό του «King George», το «Sheraton Rhodes» καθώς και δύο ξενοδοχεία στη Σερβία, το «Hyatt Regency Belgrade» και το «Mercure Excelsior».

Το νέο ξενοδοχείο, το οποίο φέρει το όνομα Athens Capital Hotel – Mgallery βρίσκεται στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Κριεζιώτου και την διαχείρησή του έχει αναλάβει ο γαλλικός όμιλος της Accor. 

Η «πρεμιέρα» του Athens Capital Hotel – Mgallery πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση τον Σεπτέμβριο- αρχικά προγραμματιζόταν να ανοίξει τον Απρίλιο - λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και του υποχρεωτικού κλεισίματος των ξενοδοχειακών μονάδων που την συνόδευσε. Ωστόσο η Λάμψα πήρε την τολμηρή απόφαση να κάνει εγκαίνια σε μια περίοδο που οι πληρότητες κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα – κοντά στο 10%.

Άλλωστε την εμπιστοσύνη της Λάμψα στο ελληνικό τουριστικό προϊόν παρά την πτώση που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα έχει επιβεβαιώσει και η κα Χλόη Λασκαρίδη, Senior Director του ομίλου και εκπρόσωπος της οικογενείας του βασικού μετόχου σε παλαιότερη συνέντευξή της στην Καθημερινή. Ερωτηθείσα εάν τελικά είναι άσκοπη η απόκτηση και εκμετάλλευση μιας ακόμα ξενοδοχειακής μονάδας στο κέντρο της Αθήνας, η κα Λασκαρίδη σημείωσε ότι η «Λάμψα» έχει συμπληρώσει 100 χρόνια από την ίδρυσή της και η «Μεγάλη Βρεταννία» μετράει κοντά 150 χρόνια λειτουργίας. «Επομένως, αυτή η εταιρεία έχει βιώσει πολέμους, σοβαρότατες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις, περιόδους αναταραχών, διεθνείς και εθνικές έκτακτες καταστάσεις πάσης φύσεως. Αλίμονο αν έπρεπε κάθε φορά να ακυρώνει την κεντρική επενδυτική της στρατηγική, τη μακροπρόθεσμη επιχειρηματική της στόχευση, τη συνεισφορά της στην οικονομία και στην απασχόληση και, εντέλει, το όραμά της».