Μια νέα επενδυτική κίνηση στην ελληνική αγορά μέχρι το καλοκαίρι προανήγγειλε ο επικεφαλής της BC Partners, Νίκος Σταθόπουλος μιλώντας από το βήμα του 11ου Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, δίνοντας το στίγμα της στρατηγικής της BC Partners σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας αλλά και έντονων επενδυτικών αναζητήσεων. Παράλληλα ανέφερε ότι η ώρα για να αποεπενδύσει από τον κλάδο των τηλεπικοιωνιών -μέσω της πώλησης της Nova- δεν έχει φτάσει ακόμα.
Κοιτάζει νέα επένδυση για το καλοκαίρι
Ειδικότερα, ο επικεφαλής του διεθνούς επενδυτικού ομίλου για την Ευρώπη, ανέφερε ότι πιστεύει στις προοπτικές της Ελλάδας γεγονός που έχει αποδείξει μέσω των επενδύσεών του τα τελευταία πολλά χρόνια που έχει βάλει την χώρα στο χάρτη του επενδυτικού του ραντάρ. «Πιστεύω στην Ελλάδα, ίσως και μέσα στο καλοκαίρι, θα κάνουμε άλλη μία επένδυση, εφόσον οι συνθήκες παραμείνουν ευνοϊκές», ανέφερε χαρακτηριστικά επισημαίνοντας πως αυτή «θα αφορά έναν νέο κλάδο από αυτούς στους οποίους έχουμε ήδη επενδύσει».
Περιγράφοντας ένα περιβάλλον γεμάτο αντιφάσεις επεσήμανε ότι υπάρχουν από τη μία πλευρά, γεωπολιτικές εντάσεις και ενεργειακή κρίση που πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα και ενισχύουν τον πληθωρισμό και από την άλλη, αγορές που μοιάζουν να διατηρούν μια παράδοξη ψυχραιμία. «Δεν είναι λογική αυτή η ευφορία», σημείωσε, εκτιμώντας ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει διόρθωση, καθώς τα αυξημένα κόστη ενέργειας και οι ανατιμήσεις διαβρώνουν την καταναλωτική δύναμη.
Στο ίδιο πλαίσιο, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για τη στάση των επενδυτών απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, υπογραμμίζοντας ότι η διαρκής έκθεση σε «σοκ» έχει ενδεχομένως οδηγήσει σε μια ιδιότυπη εξοικείωση των αγορών με την αβεβαιότητα. Ωστόσο, όπως επισήμανε, η προσαρμοστικότητα αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για κάθε επενδυτική απόφαση, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές των ΗΠΑ δημιουργούν - κατά τον ίδιο - περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.
Δεν πωλείται η Nova
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της Nova, διαψεύδοντας κατηγορηματικά σενάρια πώλησης. Όπως είπε, το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ρεκόρ για την εταιρεία, ενώ και το πρώτο τρίμηνο του 2026 κινείται σε θετική τροχιά.
Η συγχώνευση της Nova με τη Wind Hellas δημιούργησε τον δεύτερο μεγαλύτερο τηλεπικοινωνιακό πάροχο στη χώρα, με σημαντικές επενδύσεις σε τηλεόραση και οπτικές ίνες. «Φυσικά είμασε επενδυτές, φυσικά κάποια στιγμή θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο της πώλησης, ωστόσο αυτή στιγμή δεν έχει έρθει ακόμα» ανέφερε υπογραμμίζοντας ότι «δεν είναι ακόμα η ώρα αυτό το παιδί να πετάξει».
Ερωτηθείς σχετικά με την ΔΕΗ και δεδομένης της επικείμενης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που ανακοινώθηκε χθες, χαρακτήρισε ασυνήθιστο το μέγεθός της σε σχέση με την κεφαλαιοποίηση της εταιρείας. Χωρίς να αξιολογήσει θετικά ή αρνητικά την κίνηση ωστόσο, επισήμανε ότι η στρατηγική επέκτασης πέραν του πυρήνα της ενέργειας ενέχει πάντα ρίσκο.
«Όταν μια εταιρεία απομακρύνεται από το βασικό της αντικείμενο, η επιτυχία δεν είναι δεδομένη», σημείωσε, αν και αναγνώρισε ότι η ΔΕΗ έχει ήδη κάνει βήματα στην ανάπτυξη υποδομών οπτικών ινών - πεδίο στο οποίο δραστηριοποιείται και η BC Partners μέσω της Nova.
Media και νέες πλατφόρμες
Όσο για τον χώρο των media, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τη συμμαχία τηλεοπτικών σταθμών - μεταξύ των οποίων και ο Alpha TV - για τη δημιουργία κοινής ψηφιακής πλατφόρμας υπογράμμισε, η ανάπτυξη συνδρομητικών υπηρεσιών στην Ελλάδα έχει ακόμη σημαντικά περιθώρια, καθώς η αγορά παραμένει πίσω σε σχέση με άλλες χώρες. Παρά τον ανταγωνισμό που θα ενισχυθεί για τη Nova, αναγνώρισε ότι τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της πειρατείας.
Ο τελικός ωφελημένος, κατά τον ίδιο, θα είναι ο καταναλωτής, μέσω της διεύρυνσης των επιλογών και της αναβάθμισης των υπηρεσιών.
2 τρισ. δολάρια αναμένουν να επενδυθούν
Σε ό,τι αφορά τη συνολική επενδυτική εικόνα, ο Νίκος Σταθόπουλος περιέγραψε μια αγορά όπου η ρευστότητα παραμένει άφθονη – «2 τρισ. δολάρια αναζητούν επενδύσεις παγκοσμίως» – αλλά οι αποφάσεις γίνονται πιο επιλεκτικές.
Η BC Partners, όπως εξήγησε, δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής και καλείται να τιμολογεί το ρίσκο σε πραγματικό χρόνο, στρεφόμενη κυρίως σε πιο «ανθεκτικούς» κλάδους της παραδοσιακής οικονομίας, με ισχυρές ταμειακές ροές.
Για την Ελλάδα, υπογράμμισε ότι διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, από το ανθρώπινο δυναμικό έως τη διαφοροποίηση της οικονομίας, αλλά χρειάζεται να περάσει από το αφήγημα του “success story” στη βιώσιμη ανάπτυξη. «Ο στόχος είναι να είμαστε success, όχι story», σημείωσε με νόημα.