To embedded finance μεταβαίνει με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης σε μία νέα φάση, όπου μετατρέπει την τραπεζική σε μια «αόρατη» υποδομή, ενσωματωμένη πλήρως στις καθημερινές συναλλαγές. Το νέο αυτό περιβάλλον δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για επιχειρήσεις και καταναλωτές αυξάνοντας έως και 20% της μέσης αξίας καλαθιού ή μειώνει το ρίσκο στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Ταυτόχρονα επιταχύνει τον μετασχηματισμό του ίδιου του τραπεζικού κλάδου, επιτρέποντας λύσεις embedded finance σε νέες υπηρεσίες και τομείς της οικονομίας, όπως είναι η υγεία, η ενέργεια, ο τουρισμός και το real estate.
Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του Γιάννη Χαριζόπουλου, Partner της McKinsey & Company, στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε πάνελ του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών με θέμα «The future of Embedded Finance». «Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει την ενσωματωμένη τραπεζική πιο έξυπνη, πιο γρήγορη, πιο ευρεία και με μεγαλύτερες δυνατότητες επέκτασης σε νέους κλάδους» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στην τοποθέτησή του, ο Γιάννης Χαριζόπουλος ανέδειξε τέσσερις βασικές δυνατότητες που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) και αλλάζει ραγδαία τα δεδομένα για επιχειρήσεις αλλά και για τράπεζες:
- Επιτρέπει προσωποποιημένες λύσεις χρηματοδότησης και υπηρεσιών (hyper-personalization) που διαμορφώνονται δυναμικά βάσει της συμπεριφοράς και των αναζητήσεων του κάθε χρήστη στην εκάστοτε πλατφόρμα
- Καθιστά δυνατή τη λήψη πιστοδοτικών αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο κατά τη στιγμή της συναλλαγής
- Ενισχύει σημαντικά τη διαχείριση κινδύνου, μέσω συνεχούς παρακολούθησης συναλλαγών και έγκαιρου εντοπισμού ασυνήθιστων συμπεριφορών και περιστατικών απάτης
- Διευρύνει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, καθώς νέα μοντέλα αξιολόγησης επιτρέπουν την εξυπηρέτηση καταναλωτών και επιχειρήσεων που δεν διαθέτουν «ιστορικό πελάτη» στο παραδοσιακό τραπεζικό οικοσύστημα.
Όπως υποστήριξε, «ήδη σήμερα το embedded finance έχει αναδειχθεί σε ένα κυρίαρχο μοντέλο παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μετασχηματίζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις και καταναλωτές αλληλεπιδρούν με το τραπεζικό σύστημα, προσφέροντας παράλληλα νέες δυνατότητες και ευκαιρίες για τις ελληνικές μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και για τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα».
Σύμφωνα με τον Γιάννη Χαριζόπουλο, σε επίπεδο e-commerce, «οι λύσεις embedded finance ενισχύουν σημαντικά τόσο τον όγκο των πωλήσεων όσο και τη μέση αξία καλαθιού. Πλέον, η αγορά μεταβαίνει πέρα από τις πληρωμές και τις λύσεις BNPL προς ένα νέο μοντέλο προσωποποιημένης σε πραγματικό χρόνο τραπεζικής με την υποστήριξη της Τεχνητής Νοημοσύνης».

Νέο μοντέλο για άμεσες και προσωποποιημένες λύσεις χρηματοδότησης
Ενώ το πρώτο κύμα ανάπτυξης του embedded finance επικεντρώθηκε σε λύσεις χρηματοδότησης μέσω πίστωσης, το επόμενο στάδιο διαμορφώνεται μέσα από καθετοποιημένα SaaS οικοσυστήματα – σε κλάδους όπως τα logistics, οι κατασκευές, ο τουρισμός και η υγεία – τα οποία ενσωματώνουν χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως δανεισμό, ασφάλιση και τραπεζικές υπηρεσίες, ως εγγενή χαρακτηριστικά των πλατφορμών τους.
«Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης σε αυτό το οικοσύστημα είναι, μεταξύ άλλων, η αξιοποίηση συμπεριφορικών και συναλλακτικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας την παροχή του κατάλληλου χρηματοοικονομικού προϊόντος άμεσα και στοχευμένα» εξήγησε για να συμπληρώσει «μεγάλοι παίκτες του e-commerce ενσωματώνουν ήδη τέτοιες λύσεις σε συνεργασία με τράπεζες και fintechs».
Η δυναμική αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την ταχεία ανάπτυξη μοντέλων Banking-as-a-Service (BaaS), που επιτρέπουν σε μη τραπεζικούς οργανισμούς να ενσωματώνουν τραπεζικά προϊόντα στις υπηρεσίες τους μέσω APIs, δημιουργώντας νέα οικοσυστήματα συνεργασίας μεταξύ τραπεζών, fintechs και ψηφιακών πλατφορμών.
Αυτό το νέο οικοσύστημα, αναμένεται να διαμορφώσει μια αγορά embedded finance που θα προσεγγίσει τα 100 δισ. ευρώ ως το 2030. «Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 10% με 12% του συνολικού κύκλου εργασιών της ευρωπαϊκής αγοράς παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών» ανέφερε. Σε ό,τι αφορά την ελληνική αγορά, παρατηρείται ήδη αυξανόμενη υιοθέτηση λύσεων BNPL, με μεγάλους παίκτες του ηλεκτρονικού εμπορίου να προσφέρουν σχετικές υπηρεσίες μέσω συνεργασιών με συστημικές τράπεζες και διεθνείς fintechs. Η αγορά εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί από περίπου 3 δισ. ευρώ σήμερα σε σχεδόν 4,8 δισ. έως το 2030, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του τομέα.
Το νέο μοντέλο ευνοεί και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις προοπτικές για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, οι οποίες διαχρονικά αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. «Το embedded finance δύναται να ανατρέψει το υφιστάμενο μοντέλο, επιτρέποντας την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας βάσει πραγματικών δεδομένων δραστηριότητας όπως οι πωλήσεις και οι ταμειακές ροές. Προσφέρεται έτσι ταχύτερη και πιο προσβάσιμη χρηματοδότηση απευθείας μέσα από τις πλατφόρμες όπου δραστηριοποιούνται» υποστήριξε.
Κλείνοντας, ο Γιάννης Χαριζόπουλος υπογράμμισε ότι «η επιτυχία στο embedded finance δεν είναι θέμα συγκυρίας, αλλά στρατηγικού σχεδιασμού από πλευράς επιχειρήσεων και τραπεζών», με κρίσιμους παράγοντες την ανάπτυξη συνεργασιών, την αξιοποίηση δεδομένων και την υιοθέτηση ευέλικτων τεχνολογικών υποδομών που επιτρέπουν την ταχεία κλιμάκωση.