Σε μεγάλο «αγκάθι» εξελίσσεται για την κυβέρνηση και τις τράπεζες το ζήτημα των καταπτώσεων κρατικών εγγυήσεων ύψους 2 δισ. ευρώ που είχαν χορηγηθεί για δάνεια ιδιωτών και επιχειρήσεων, τα οποία όμως «κοκκίνισαν» τα τελευταία χρόνια και πλέον θεωρούνται ανεπίδεκτα είσπραξης.

Το Δημόσιο θεωρεί πως οι τράπεζες δεν έπραξαν τα δέοντα για να μην καταστούν υπερήμερα τα σχετικά δάνεια και αναγνωρίζει πως μόνον ένα μικρό μέρος των καταπτώσεων μπορεί να καταβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα. Βασική έγνοια του οικονομικού επιτελείου είναι να μην υπάρξει επιβάρυνση του ελλείμματος ή του χρέους και στη βάση αυτή καταβάλλονται προσπάθειες, ώστε οι όποιες πληρωμές να είναι τεκμηριωμένες και να γίνουν σε βάθος χρόνου.

Από την πλευρά τους οι τράπεζες πιέζουν ώστε να λάβουν τα χρήματα αυτά από το Δημόσιο το ταχύτερο δυνατόν, καθώς εάν δεν προσδιοριστεί εγκαίρως το ύψος των εγγυήσεων που θα τους καταβληθεί , τότε θα πρέπει να εγγράψουν τις σχετικές προβλέψεις στις οικονομικές τους καταστάσεις. Άλλωστε η ΕΚΤ πιέζει ήδη τις τραπεζικές διοικήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. 

Το θέμα απασχολεί ιδιαιτέρως τους θεσμούς που έχουν ζητήσει να υπάρξει ένα ειδικό πληροφοριακό σύστημα, στο οποίο θα καταγράφονται τα εγγυημένα από το Δημόσιο δάνεια, το μέρος αυτών που δεν εξυπηρετείται και εκείνα που θεωρούνται ανεπίδεκτα είσπραξης. Σύμφωνα με την έκθεση ενισχυμένης εποπτείας που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η Κομισιόν, εάν οι τράπεζες πράξουν τα δέοντα, το νέο σύστημα θα είναι έτοιμο μέχρι το τέλος του 2020.

Πέραν του ειδικού πληροφοριακού συστήματος, οι θεσμοί έχουν ζητήσει να ενισχυθεί με προσωπικό το σχετικό τμήμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που σήμερα απασχολεί μόλις δέκα άτομα, ενώ βάρος δίνουν και στην ειδική επιτροπή που έχει συσταθεί με τη συμμετοχή ΓΛΚ και εμπορικών τραπεζών για την αντιμετώπιση των επιχειρησιακών θεμάτων στη διαδικασία εκκαθάρισης. Αυτή η επιτροπή έχει ήδη εξετάσει ζητήματα πληροφορικής, καθώς και διαχειριστικά και νομικά ζητήματα, προκειμένου να υποβάλει, μέχρι το τέλος του έτους προτάσεις για την επιτάχυνση της εκκαθάρισης. 

Όπως προκύπτει από την έκθεση της Κομισιόν, το σχέδιο δράσης για την εκκαθάριση των εγγυήσεων που έχουν καταπέσει συνοδεύεται από ένα επταετές πλάνο πληρωμών. Σύμφωνα με το επταετές αυτό πλάνο οι πληρωμές θα αυξηθούν σταδιακά, από 4,2 εκατ. ευρώ το 2020 σε 133 εκατ. ευρώ το 2026.

Οι θεσμοί απέρριψαν προτάσεις των τραπεζιτών για αποπληρωμή των καταπτώσεων με διαδικασίες εξπρές μέσω του ταμειακού μαξιλαριού ασφαλείας, καθώς αναγνωρίζουν πως σε περίπτωση που πληρωθούν εγγυήσεις που έχουν καταπέσει με ευθύνη των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, υπάρχει ο κίνδυνος οι δημόσιοι υπάλληλοι που θα αναγνωρίσουν – λανθασμένα- την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου να βρεθούν αντιμέτωποι με κατηγορίες για απιστία στην υπηρεσία. 

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως οι θεσμοί δεν δίνουν βάρος μόνον στην καταβολή των εγγυήσεων που έχουν ήδη καταπέσει, αλλά κα στον να μην «κοκκινίσουν» άλλα δάνεια που έχει εγγυηθεί το Δημόσιο. Και προς αυτή την κατεύθυνση πιέζουν τις τραπεζικές διοικήσεις να πράξουν τα δέοντα για να μην καταστούν μη εξυπηρετούμενα τα σχετικά δάνεια. Ωστόσο, μερίδα των τραπεζιτών, που θέλουν να γλιτώσουν την επίπονη αυτή διαδικασία, πρότειναν τα εγγυημένα από το Δημόσιο δάνεια να υπαχθούν στο σχέδιο «Ηρακλής». Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε και από την κυβέρνηση και από τους θεσμούς.