Κάτω από τις 200 μονάδες έκλεισε σήμερα, Τρίτη, η διαφορά απόδοσης μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού δεκαετούς ομόλογου, το περίφημο spread, για πρώτη φορά μετά από 9 χρόνια και 10 μήνες.

Το spread (που στην ελληνική αποδίδεται και ως ασφάλιστρο κινδύνου) βρέθηκε σήμερα στις 197 μονάδες, επίπεδα που τελευταία φορά είχε καταγράψει στα τέλη Νοεμβρίου 2009. Πώς έγινε αυτό; Η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου υπεχώρησε στο 1,50%, ενώ η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου ήταν στο -0,0475%.

Με τις κεντρικές τράπεζες να σπεύδουν να μειώσουν τα επιτόκια τους και τις αγορές να χορεύουν στους ρυθμούς των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, του εμπορικού πολέμου και της αβεβαιότητας λόγω του Brexit, το κρατικό χρέος χωρών υψηλής επενδυτικής διαβάθμισης, όπως τα γερμανικά ομόλογα, παραμένει το ύστατο καταφύγιο για τους επενδυτές. Η διαρκής υποχώρηση της απόδοσης του γερμανικού ομολόγου αναφοράς συμπαρασύρει όλα τα κρατικά ομόλογα της ζώνης του ευρώ και από τη συγκυρία αυτή βγαίνει κερδισμένη και η Ελλάδα.

Η πτώση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων είναι δείγμα επιστροφής της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Αν και το πρόβλημα του ελληνικού χρέους δεν έχει ξεχασθεί ή ξεπεραστεί, ωστόσο όσο το κόστος δανεισμού περιορίζεται τόσο το χρέος γίνεται πιο διαχειρίσιμο. Σε αυτό θα συμβάλει και η δρομολογημένη πρόωρη αποπληρωμή δανείων του ΔΝΤ ύψους 2,9 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τον ορισμό του ΔΝΤ για την αειφορία του χρέους, το δημόσιο χρέος θεωρείται βιώσιμο όταν το πρωτογενές ισοζύγιο που απαιτείται για τη σταθεροποίηση του χρέους είναι οικονομικά και πολιτικά εφικτό, τόσο υπό το βασικό σενάριο, όσο και υπό το δυσμενές σενάριο (realistic shock scenarios), έτσι ώστε το επίπεδο του χρέους να είναι συνεπές τόσο με ένα αποδεκτά χαμηλό κίνδυνο αναχρηματοδότησης του, όσο και με τη διατήρηση της δυνητικής ανάπτυξης της οικονομίας σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Πολύ απλά αυτό σημαίνει πως όσο η Ελλάδα θα είναι πιστή στους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα και τις μεταρρυθμίσεις, τόσο θα συνεχίζει να απολαμβάνει βιώσιμα επίπεδα αναχρηματοδότησης του χρέους της. Αυτό αναμένεται να μας το υπενθυμίσει και η παρουσία του κλιμακίου του ΔΝΤ στην Αθήνα από τις 23 Σεπτεμβρίου.