Τη δεύτερη χειρότερη επίδοση διεθνώς, πίσω από την Ιρλανδία, καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με την καθαρή διεθνή επενδυτική της θέση, όπως προκύπτει από στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Για όσους δεν το γνωρίζουν, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (Net International Investment Position), αποτυπώνει το ύψος των διεθνών υποχρεώσεων και απαιτήσεων μιας χώρας, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αναλόγως του προσήμου της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης, ήτοι εάν είναι θετικό ή αρνητικό, προκύπτει το εάν μια χώρα είναι καθαρός πιστωτής ή οφειλέτης, έναντι του υπολοίπου κόσμου.

Τα στοιχεία του ΔΝΤ για την καθαρή διεθνή επενδυτική θέση δείχνουν πως η Ελλάδα είναι καθαρός οφειλέτης. Οι υποχρεώσεις της έναντι του εξωτερικού ήταν στο 134,6% του ΑΕΠ το 2015, στο 133,8% του ΑΕΠ το 2016, στο 150,6% του ΑΕΠ το 2017 και στο 136,4% του ΑΕΠ το 2018. Εκπεφρασμένη σε ευρώ η καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της χώρας ήταν αρνητική κατά 265 δισ. ευρώ το 2015, κατά 261 δισ. ευρώ το 2016, κατά 306 δισ. ευρώ το 2017 και κατά 298 δισ. ευρώ το 2018.

Όπως αναφέρει το ΔΝΤ, αυτό συνέβη παρά το ότι η Ελλάδα αύξησε τις εξαγωγές της εκτός της ζώνης του ευρώ, κυρίως μέσω της αύξησης του τουρισμού, κάτι που σε μεγάλο βαθμό υποστηρίχθηκε από την εσωτερική υποτίμηση.

Τα στοιχεία για την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της Ιρλανδίας είναι τα μόνα που υπερβαίνουν τα ελληνικά. Οι υποχρεώσεις της Ιρλανδίας έναντι του εξωτερικού ήταν στο 194,7% του ΑΕΠ το 2015, στο 162,5% του ΑΕΠ το 2016, στο 156,6% του ΑΕΠ το 2017 και στο 137,1% του ΑΕΠ το 2018.

Πρέπει να σημειωθεί πως η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση δεν συμπίπτει επακριβώς, με τα στοιχεία για το καθαρό εξωτερικό χρέος, διότι, πρώτον, συμπεριλαμβάνει τις καθαρές υποχρεώσεις από άμεσες επενδύσεις και μετοχές και, δεύτερον, η μεταβολή της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης μεταξύ της αρχής και του τέλους μιας χρονικής περιόδου ισούται με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυτής της περιόδου συν την επίπτωση της μεταβολής των τιμών αγοράς, με τις οποίες αποτιμώνται τα χρηματοοικονομικά μέσα που διαμορφώνουν το ύψος των υποχρεώσεων και απαιτήσεων.