Αναζητώντας μία λύση που να μην εξαρτάται από τις επιδοτήσεις αλλά θα βασίζεται σε «ίδιες δυνάμεις και ίδια κεφάλαια», ο γεωπόνος Δημήτρης Γκτιτσάκης από τη Θεσσαλία στράφηκε….στο σουσάμι.

«Το αβγό του Κολόμβου» θα έλεγε κανείς καθώς η λύση πολλές φορές είναι απλή και βρίσκεται μπροστά μας. Όπως αναφέρει μιλώντας στο insider.gr, «το σουσάμι ήταν μία από τις καλλιέργειες που δεν έπαιρνε επιδότηση. Να σας πω την αλήθεια, οι επιδοτήσεις μου δημιουργούν μια ανασφάλεια, υπάρχουν καθυστερήσεις, πρέπει να πληρώσω προμηθευτές. Είχα μια άσχημη εμπειρία το 2004 που περίμενα χρήματα από επιδοτήσεις για άλλη χρήση και καθυστέρησαν και αποφάσισα να στραφώ σε αυτά που μου προσφέρει άφθονα η ελληνική γη. Το σουσάμι είναι ένα τέτοιο προϊόν. Και παράλληλα θεωρείται μια ανταγωνιστική λύση για την εποχή μας».

Η καλλιέργεια σουσαμιού είναι απ’ ότι φαίνεται «σπορ» για λίγους. Όπως ανέφερε σύμφωνα με έρευνα που είχε κάνει, οι καταναλωτικές ανάγκες της Ελλάδας φθάνουν τους 14.000 τόνους ενώ παράγουμε μόνο 11 τόνους.

«Δεν κάνω εξαγωγές γιατί δεν επαρκεί η ποσότητα που παράγω», αναφέρει ο κ. Γκιτσάκης και συμπληρώνει «το γεγονός ότι δεν εμπιστεύομαι τις επιδοτήσεις δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε στη διάθεσή μας άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία για να μπορέσουμε να κάνουμε επενδύσεις, να κάνουμε μακροπρόθεσμα σχέδια και να επεκτείνουμε τη γραμμή παραγωγής μας. Αυτό θα μας βοηθούσε να γίνουμε και εξωστρεφείς», αναφέρει σχετικά.

Όπως σημείωσε, φέτος του απέδωσε 35 κιλά το στρέμμα και η συνολική παραγωγή που είχε αντιπροσωπεύει το ¼ της εγχώριας παραγωγής.

Η υπερβάλουσα ζήτηση καλύπτεται από εισαγωγές από χώρες όπως είναι π.χ η Αφρική, η οποία μάλιστα δεν διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό».

Σύμφωνα με την εταιρεία Symagro, oι κυριότερες χώρες όπου καλλιεργείται το σουσάμι είναι οι Ινδίες, η Κίνα, οι ΗΠΑ, το Σουδάν, η Τουρκία, το , Μεξικό κ.α. Στο παρελθόν το σουσάμι καλλιεργούνταν τελείως ευκαιριακά στην Ελλάδα, δηλαδή σαν καλλιέργεια που μπορούσε να μπει σε αντικατάσταση της αγρανάπαυσης. Κατά την δεκαετία του 1970 έφθασε να καλλιεργείται συνολικά σε έκταση 200.000- 300.000 στρεμμάτων, αλλά τα επόμενα χρόνια μειώθηκαν σταδιακά οι καλλιεργούμενες εκτάσεις. Ο λόγος ήταν οι επιδοτήσεις που άρχισαν να δίνονται σε ανταγωνιστικές προς το σουσάμι καλλιέργειες από το 1981 από την τότες ΕΟΚ, όπως είναι ο αραβόσιτος, τα ζαχαρότευτλα, αλλά και το γεγονός ότι το σουσάμι δεν εντάχθηκε στην Κοινή Αγροτική Πολιτική στα ελαιούχα φυτά, όπως είναι η σόγια, η ελαιοκράμβη και ο ηλίανθος.

Σήμερα η καλλιέργεια του σουσαμιού αναπτύσσεται στην περιοχή της Νιγρίτας όπου καλλιεργούνται ντόπιοι πληθυσμοί σουσαμιού.

Η καλλιέργεια του σουσαμιού μπορεί να αναπτυχθεί σήμερα στην χώρα μας σε σημαντικό βαθμό με την εισαγωγή νέων πιστοποιημένων ποικιλιών, που μπορούν να συγκομισθούν με μηχανικά μέσα. Η εφαρμογή της συμβολαιακής γεωργίας, η ανάπτυξη ομάδων παραγωγών και η μεταποίηση του σουσαμιού,θα δώσει επίσης μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη της καλλιέργειας.

Με μία μέση παραγωγή 150-200 κιλά το στρέμμα η καλλιέργεια αυτή μπορεί να δώσει ένα ακαθάριστο εισόδημα 300-400 €/στρ.

Λίγα λόγια για την καλλιέργεια σουσαμιού

Η σπορά σουσαμιού γίνεται συνήθως γίνεται από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου μέχρι τα μέσα Ιουνίου.Πριν από την σπορά των σπόρων γίνεται η απολύμανση τους. Η ποσότητα σπόρου που χρησιμοποιείται είναι 0,8- 1,5 κιλά το στρέμμα.

Η λίπανση που απαιτεί δεν είναι μεγάλη. Συνήθως σε αρδευόμενη καλλιέργεια χρησιμοποιείται μία ποσότητα 10 κιλών αζώτου/ στρέμμα, 8 κιλών φωσφόρου/στρέμμα και 8 κιλών καλίου/ στρέμμα.

Απαιτούνται τουλάχιστον δύο αρδεύσεις κατά την διάρκεια του καλοκαιριού με μία ποσότητα νερού που εξαρτάται από το είδος του εδάφους αλλά και από τις κλιματικές συνθήκες που θα επικρατήσουν.

Το σουσάμι μπορεί να ενταχθεί σε ένα σύστημα εναλλαγής των καλλιεργειών (αμειψισπορά) στη θέση που έχουν τα σκαλιστικά φυτά (αραβόσιτος, βαμβάκι) ή σε αμειψισπορά με ένα σιτηρό όπως είναι το κριθάρι.

Το σουσάμι δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σαν καλλιέργεια ενώ έχει μικρό αριθμό εχθρών και ασθενειών

Εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης

Σίγουρα υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης όπως είναι οι επενδύσεις που χρηματοδοτεί και στηρίζει η EBRD. Και ο αγροδιατροφικός τομέας εντάσσεται μέσα σε αυτές. Όπως ανέφερε μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο της A-enrgy, ο Άλκης Δρακινός, Αναπληρωτής Επικεφαλής του γραφείου της ΕBRD στην Ελλάδα,  τομείς στους οποίους εστιάζει η τράπεζα είναι ο χρηματοοικονομικός, ο αγροδιατροφικός, οι υπηρεσίες, η τεχνολογία, ο τουρισμός, οι μεταφορές, η ενέργεια και οι φυσικοί πόροι  και τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια (equity funds). Τα χρηματοδοτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί η EBRD για τους συγκεκριμένους στόχους είναι τα δάνεια (μακροχρόνιος δανεισμός), τα equity investments ενώ η τράπεζα παρέχει και τεχνική βοήθεια στις επιχειρήσεις.