Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στο ρεύμα, όμως τα νέα στοιχεία για τη λιανική αγορά ηλεκτρισμού δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν σταματά στη διεθνή κρίση ή στο φυσικό αέριο. Οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι εκατομμύρια νοικοκυριά έμειναν εγκλωβισμένα σε ακριβότερα τιμολόγια, ακόμη και σε περιόδους που η χονδρεμπορική αγορά αποκλιμακωνόταν.
Η νέα ανάλυση του Green Tank καταγράφει ότι η Ελλάδα ήταν το 2025 η ακριβότερη χώρα της ΕΕ με βάση την αγοραστική δύναμη των πολιτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές. Την ίδια στιγμή, το 31,9% των ελληνικών νοικοκυριών είχε ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό 4,5 φορές υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή στα λεγόμενα «χρωματιστά» τιμολόγια. Παρότι τα πράσινα τιμολόγια αποδείχθηκαν τα ακριβότερα της αγοράς, διατήρησαν τη μερίδα του λέοντος στη λιανική. Στη διετία 2024-2025 ήταν κατά μέσο όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα, ωστόσο στο τέλος του 2025 εξακολουθούσαν να καλύπτουν το 58% των οικιακών μετρητών, δηλαδή περίπου 3,45 εκατ. νοικοκυριά.
Το πιο «βαρύ» εύρημα της έκθεσης αφορά το κόστος αυτής της επιλογής. Αν όλοι οι καταναλωτές που παρέμειναν στα πράσινα τιμολόγια είχαν επιλέξει κάθε μήνα το φθηνότερο κίτρινο, θα πλήρωναν κατά μέσο όρο 58,3 ευρώ/MWh λιγότερα. Το συνολικό πρόσθετο κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριά υπολογίζεται σε 1,23 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις δύο χρόνια.
- Διαβάστε ακόμα - Ρεύμα: Το σχέδιο της Κομισιόν για χαμηλότερους φόρους και το «αγκάθι» για την Ελλάδα
Η «στροφή» στα μπλε τιμολόγια και η αγορά που δεν αλλάζει
Παρά το γεγονός ότι τα κίτρινα τιμολόγια ήταν σχεδόν κάθε μήνα η φθηνότερη επιλογή, οι καταναλωτές δεν στράφηκαν σε αυτά. Αντίθετα, μετακινήθηκαν κυρίως στα μπλε σταθερά τιμολόγια, τα οποία ήταν επίσης ακριβότερα, αλλά προωθήθηκαν επιθετικά από τους παρόχους.
Το αποτέλεσμα ήταν το μερίδιο των μπλε τιμολογίων να εκτοξευθεί από 7,7% τον Αύγουστο του 2024 σε 27,8% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ τα κίτρινα παρέμειναν σχεδόν στάσιμα γύρω στο 14%.
Την ίδια ώρα, η αγορά παρέμεινε εξαιρετικά συγκεντρωμένη, με τη ΔΕΗ να κρατά σχεδόν αμετάβλητο μερίδιο κοντά στο 70% των οικιακών μετρητών.
Η έκθεση ουσιαστικά περιγράφει μια αγορά όπου οι καταναλωτές αλλάζουν δύσκολα πάροχο ή προϊόν, ενώ η ενημέρωση γύρω από τις πραγματικές διαφορές των τιμολογίων παραμένει περιορισμένη.
Το φυσικό αέριο, η χονδρική και οι λογαριασμοί
Το Green Tank συνδέει άμεσα τις υψηλές τιμές της λιανικής με την εξάρτηση της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με την ανάλυση, όσο αυξανόταν η συμμετοχή του αερίου στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, τόσο αυξάνονταν και οι τιμές στη χονδρεμπορική και στη συνέχεια στη λιανική αγορά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Αύγουστος του 2024, όταν τα πράσινα τιμολόγια εκτινάχθηκαν στα 205,2 ευρώ/MWh, μετά το υψηλό χρήσης μονάδων φυσικού αερίου και τη χονδρεμπορική τιμή των 135,2 ευρώ/MWh που είχε προηγηθεί τον Ιούλιο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η απόσταση ανάμεσα στη χονδρεμπορική αγορά και τις τελικές χρεώσεις λιανικής διευρύνθηκε σημαντικά μέσα στο 2025. Η διαφορά έφτασε έως και τα 127,1 ευρώ/MWh τον Αύγουστο του 2025, παρά το γεγονός ότι η χονδρεμπορική εκείνη την περίοδο εμφάνιζε τάσεις αποκλιμάκωσης.
Η μελέτη εκτιμά μάλιστα ότι αν αυτή η απόσταση περιοριζόταν στο χαμηλότερο επίπεδο της διετίας, το οικονομικό όφελος για τους καταναλωτές θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 720 εκατ. ευρώ.