Η είδηση για τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 750 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 32 δισ. αφορούν την Ελλάδα, θυμίζει ένα νέο «Σχέδιο Μάρσαλ».

Χρήματα από το ελικόπτερο έρχονται για να τονώσουν τις χειμαζόμενες οικονομίες της Ευρωζώνης, ώστε να αντέξουν το τσουνάμι ύφεσης και ανεργίας που φέρνει ο κορονοϊός.

Σε πρώτη ανάγνωση, είναι μια εξαιρετική είδηση, καθώς τα χρήματα αυτά μπορούν να βοηθήσουν, τόσο ουσιαστικά όσο και ψυχολογικά την ελληνική οικονομία. Όμως ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και στην περίπτωση του «πακέτου» των 32 δις. ευρώ αυτές είναι πολλές και σημαντικές.

Η πρώτη από αυτές αφορά το χρονοδιάγραμμα. Με βάση το σχεδιασμό, τα χρήματα αυτά θα «πέσουν» στην οικονομία μέχρι το 2024. Έχει όμως τεράστια διαφορά αν αυτό θα γίνει εμπροσθοβαρώς ή αν –ως είθισται στην Ευρωζώνη- θα καθυστερήσουν και θα φτάσουν προς το τέλος του προγράμματος. Η φύση της οικονομικής κρίσης που έφερε ο κορονοϊός είναι ιδιαίτερη και η αγορά χρειάζεται ζεστό χρήμα «εδώ και τώρα» προκειμένου να ανακάμψει. Άρα είναι εξόχως σημαντικό το μεγαλύτερο κομμάτι των χρημάτων να διοχετευθεί εντός του 2021, ώστε να απαλύνει τις πληγές της ύφεσης που θα χτυπήσει φέτος την οικονομία. Αν το ζητούμενο είναι μια ανάκαμψη τύπου “V” μέσα στην επόμενη χρονιά, η οικονομία χρειάζεται άμεσα ζεστό καύσιμο. Όσο αυτό καθυστερεί, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος η βλάβη από τον ιό να καταστεί ανήκεστος και –όσο χρήμα και αν πέσει μετά- η οικονομία να μπει σε ένα θανάσιμο σπιράλ ύφεσης.

Πέρα από το χρόνο, η δεύτερη και ίσως σημαντικότερη λεπτομέρεια είναι ο τρόπος. Με τα χρήματα αυτά η Ελλάδα έχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία –αλλά και υποχρέωση- να ξαναδεί το οικονομικό της μοντέλο. Ειδικά αν δεχθούμε ότι οι συνέπειες στην παγκόσμια τουριστική βιομηχανία θα είναι μακροχρόνιες, οφείλουμε να ξαναδούμε τους πυλώνες που θα στηρίζουν από εδώ και πέρα το ΑΕΠ. Ούτως ώστε στρατηγικά τα χρήματα να κατευθυνθούν σε τομείς, επιχειρήσεις και δράσεις που θα πιάσουν τόπο, φέρνοντας μακροπρόθεσμα οφέλη. Γιατί το χειρότερο σενάριο είναι να «καούν» σε πρόσκαιρες παροχές, που μπορεί μεν να απαλύνουν τη ύφεση, αλλά θα έχουν μόνο βραχυπρόθεσμη –ενδεχομένως και προεκλογική- αξία, δίχως να αφήσουν ουσιαστικό αποτύπωμα στην οικονομία.

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση έχει στα χέρια της μια μεγάλη ευκαιρία και ταυτόχρονα ένα μεγάλο στοίχημα. Αν τα 32 δισ. ευρώ διοχετευθούν έγκαιρα και σωστά στην οικονομία, μπορούν πραγματικά να αλλάξουν την Ελλάδα. Αν όχι, για ακόμη μια φορά θα χάσουμε το τραίνο, με απρόβλεπτες συνέπειες.