Η κυβέρνηση –σε αυτή τη φάση τουλάχιστον- έκανε το πρώτο βήμα για την ανακούφιση κάποιων από όσους πλήττονται από τον κορονοϊό. Και η ΕΚΤ, με το «πακέτο» των 750 δισ. ευρώ αλλά και την ένταξη της Ελλάδας σε αυτό έδειξε ότι είναι διατεθειμένη να βάλει το χέρι στην τσέπη.

Πλέον, το «μπαλάκι» πηγαίνει στις τράπεζες, που καλούνται αυτή τη φορά να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Και να αποδείξουν ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να είναι αρωγός σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, δικαιολογώντας τη στήριξη που έλαβε στα χρόνια της κρίσης.

Τα δύο μέτωπα

Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Τα μέτωπα είναι δύο. Το πρώτο έχει να κάνει με τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων που έχουν χτυπηθεί άμεσα ή έμμεσα από τον κορονοϊό. Και το δεύτερο με τους «κόκκινους» δανειολήπτες, κου καλούνται να ρυθμίσουν τις οφειλές τους εν μέσω της πρωτοφανούς συγκυρίας.

Στο πρώτο μέτωπο, το ζήτημα είναι ξεκάθαρο. Να υπάρξει η απαραίτητη ρευστότητα στην οικονομία, ώστε να μην στραγγαλιστούν οι επιχειρήσεις που θα δουν το τζίρο τους να μειώνεται ή και να μηδενίζεται στο προσεχές διάστημα. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε αυτές που αναγκαστικά κλείνουν, όπως τα εστιατόρια ή τα ξενοδοχεία. Γιατί όλη η οικονομία βιώνει μια πρωτοφανή κρίση συμπαρασύροντας τη συντριπτική πλειονότητα των εταιρειών.

Η χορήγηση –άτοκου- κεφαλαίου κίνησης ώστε να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης και της μισθοδοσίας του προσωπικού είναι μια πρωτοβουλία που πρέπει οι τράπεζες να αναλάβουν «χθες». Και βέβαια, μόλις η κατάσταση ηρεμήσει, να αφήσουν ανοικτούς τους κρουνούς της ρευστότητας, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα χαλαρώσουν τα κριτήρια χορήγησης δανείων. Ναι, κάποια από αυτά θα «σκάσουν» στην πορεία. Αλλά τι είναι προτιμότερο; Να έχουν τον «πονοκέφαλο» διαχείρισης επιπλέον επισφαλειών ή να μην έχουμε επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση οικονομία και χώρα;

Όσο για το δεύτερο μέτωπο, εδώ τα πράγματα είναι σαφώς πιο περίπλοκα. Γιατί αφενός οι τράπεζες οφείλουν να επιδείξουν ανοχή σε όσους αποδεδειγμένα δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους. Επαγγελματίες που έκλεισαν αναγκαστικά τις επιχειρήσεις τους, εργαζόμενοι που δεν πληρώνονται, επιτηδευματίες που είδαν το τζίρο τους να εξανεμίζεται είναι λογικό να μην μπορούν να ανταποκριθούν. Και επουδενί δεν πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να μείνουν στο δρόμο. Από την άλλη, η εμπειρία έχει δείξει ότι καθολικές ρυθμίσεις ευνοούν και εκείνους που μπορούν αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν. Και η οικονομία δεν αντέχει ένα ακόμα κίνημα «δεν πληρώνω». Άρα σε αυτή την περίπτωση, η ευθύνη για το σωστό διαχωρισμό ανήκει στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Που με τη σειρά τους, οφείλουν να παίξουν το θεσμικό τους ρόλο στην οικονομία και θα κριθούν αυστηρά γι’ αυτό.