Ο ΟΠΕΚ αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για παγκόσμια αύξηση της ζήτησης πετρελαίου μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, επικαλούμενος δύσκολες συνθήκες αγοράς και σημάδια κόπωσης στην παγκόσμια οικονομία.

Στην ετήσια έκθεσή τους (WOO), η ομάδα παραγωγών του καρτέλ δήλωσε την Τρίτη ότι οι τελευταίοι 12 μήνες ήταν "πρόκληση" για τις αγορές ενέργειας για άλλη μια φορά.

«Σημάδια άγχους εμφανίστηκαν στην παγκόσμια οικονομία και οι προοπτικές παγκόσμιας ανάπτυξης, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, αναθεωρήθηκαν κατ 'επανάληψη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους», δήλωσε ο ΟΠΕΚ.

Κατά συνέπεια, ο ΟΠΕΚ μείωσε τις προβλέψεις για παγκόσμια αύξηση της ζήτησης πετρελαίου, στα 104,8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα  έως το 2024 και 110,6 εκατομμύρια  μέχρι το 2040.

Η 14μελής ομάδα παραγωγών δήλωσε ότι η παραγωγή αργού πετρελαίου και άλλων καυσίμωναναμένεται να μειωθεί τα επόμενα πέντε χρόνια, φθάνοντας τα 32,8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2024, από 35 εκατομμύρια  το 2019.

Η προσφορά του ΟΠΕΚ σταδιακά μειώνεται τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της συμφωνίας με τη Ρωσία και άλλα μέλη του ΟΠΕΚ.

Η έκθεση έρχεται σε μια εποχή που πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας ανησυχούν όλο και περισσότερο για την αύξηση της προσφοράς και την εξασθένιση ζήτησης.

Ο ΟΠΕΚ αναμένει ότι η ζήτηση πετρελαίου θα συνεχίσει να αυξάνεται με σχετικά υγιείς ρυθμούς  κατά τα επόμενα πέντε χρόνια, προβλέποντας αύξηση 6,1 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα σε σύγκριση με το επίπεδο του 2018.

Η μέση αύξηση θα είναι περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με τον ΟΠΕΚ, με την αύξηση της ζήτησης να προέρχεται κυρίως από χώρες που δεν ανήκουν στον ΟΟΣΑ.

Σε μακροπρόθεσμη βάση, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 12 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα από 98,7 εκατομμύρια  το 2018 σε 110,6 εκατομμύρια το 2040. Η Ινδία θεωρείται η χώρα με το ταχύτερο ρυθμό αύξησης της ζήτησης.

«Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί από 1,4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα  το 2018 σε περίπου 0,5 εκατομμύρια προς το τέλος της επόμενης δεκαετίας», δήλωσε ο OΠΕΚ στην έκθεση.