Η γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τους κινδύνους για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, αν και η άμεση έκθεση των μεγάλων τραπεζών στην περιοχή παραμένει περιορισμένη. Η προσοχή των αγορών στρέφεται περισσότερο στις μακροοικονομικές επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ και λιγότερο σε άμεσους πιστωτικούς κινδύνους από τη σύγκρουση.
Οι τραπεζικές μετοχές στην Ευρώπη έχουν υποχωρήσει έως 12% τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ενώ ανάλογο πλήγμα έχουν δεχθεί και οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες.
Η έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στο Ιράν είναι πρακτικά μηδενική λόγω των διεθνών κυρώσεων, ενώ ακόμη και σε άλλες χώρες της περιοχής παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για παράδειγμα, τα ανοίγματα των περισσότερων ευρωπαϊκών τραπεζών αντιστοιχούν σε μόλις 0,2% έως 0,7% των συνολικών τους χαρτοφυλακίων, με εξαίρεση ορισμένες βρετανικές τράπεζες με μεγαλύτερη παρουσία στην περιοχή. Αντίστοιχα χαμηλή είναι και η έκθεση στο Ισραήλ.
Ορισμένοι τομείς δραστηριότητας εμφανίζουν ωστόσο μεγαλύτερη επιχειρηματική σύνδεση με τη Μέση Ανατολή. Οι τράπεζες με ισχυρή παρουσία στη διαχείριση πλούτου έχουν πελάτες και δραστηριότητες στην περιοχή, αν και σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης δεν αποκλείεται να εμφανιστεί και το αντίθετο φαινόμενο, με κεφάλαια να μεταφέρονται προς ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θεωρούνται ασφαλέστερα.
Έκθεση υπάρχει επίσης μέσω της χρηματοδότησης του εμπορίου και ναυτιλίας, ιδιαίτερα για επενδυτικές τράπεζες που δραστηριοποιούνται στο trade και commodity finance ή για εξειδικευμένες τράπεζες ναυτιλιακής χρηματοδότησης, πολλές από τις οποίες βρίσκονται στην Ελλάδα ή στη Γερμανία. Ωστόσο, η επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων στη ναυτιλία δεν είναι απαραίτητα αρνητική, σύμφωνα με αναλυτές, καθώς συχνά συνοδεύεται από αυξημένη ζήτηση για μεταφορά ενέργειας και εμπορευμάτων.
Σημαντική είναι επίσης η έκθεση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών στον ενεργειακό κλάδο, ιδίως στους τομείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και LNG. Η περίοδος της πτώσης των τιμών του πετρελαίου το 2016 είχε δείξει ποιες τράπεζες είχαν τη μεγαλύτερη έκθεση στον κλάδο. Στη σημερινή συγκυρία όμως, όπου οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται, η άνοδος του πετρελαίου δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε άμεσο πιστωτικό κίνδυνο.
Το βασικό κανάλι μέσω του οποίου οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορούν να επηρεάσουν τις τράπεζες είναι το μακροοικονομικό περιβάλλον. Η πορεία των τιμών του πετρελαίου και η διάρκεια της σύγκρουσης θεωρούνται οι δύο βασικοί παράγοντες που θα καθορίσουν την έκταση των επιπτώσεων στην οικονομία. Σε ένα σενάριο σχετικά σύντομης σύγκρουσης, με τις τιμές του πετρελαίου να σταθεροποιούνται γύρω από τα 90-100 δολάρια το βαρέλι, η επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα ήταν περιορισμένη, με μείωση της τάξης των 20 έως 40 μονάδων βάσης στο ΑΕΠ και ελαφρώς υψηλότερο πληθωρισμό. Σε αυτή την περίπτωση, οι τράπεζες θα επηρεάζονταν κυρίως μέσω υψηλότερων επιτοκίων, τα οποία θα μπορούσαν μάλιστα να ενισχύσουν τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο παρατεταμένης κρίσης, με τις τιμές του πετρελαίου να παραμένουν σημαντικά πάνω από τα 100 δολάρια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η επίδραση στο ΑΕΠ θα μπορούσε να φτάσει τις 80 έως 160 μονάδες βάσης, σύμφωνα με αναλυτές. Σε αυτή την περίπτωση θα αυξάνονταν και οι προβλέψεις για πιστωτικούς κινδύνους.
Ακόμη όμως και σε ένα τέτοιο σενάριο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η αύξηση του κόστους κινδύνου για τις τράπεζες θα ήταν συγκριτικά περιορισμένη. Το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το κόστος κινδύνου των ευρωπαϊκών τραπεζών αυξήθηκε περίπου κατά 37 μονάδες βάσης, εν μέρει λόγω των πρόσθετων προβλέψεων που είχαν σχηματίσει οι τράπεζες. Στην τρέχουσα συγκυρία η αύξηση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να περιοριστεί σε περίπου 5 έως 10 μονάδες βάσης, ή έως περίπου 20 μονάδες βάσης σε ένα πιο ακραίο σενάριο, ιδιαίτερα καθώς οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν αποθεματικά προβλέψεων από την προηγούμενη περίοδο αβεβαιότητας.
Ρωγμές στο private credit...
Την ίδια στιγμή, βαρύτερο αντίκτυπο στην διόρθωση των τραπεζικών μετοχών έχουν οι εξελίξεις στο private credit, έναν τομέα που γνώρισε ταχεία ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία.
H αγορά αρχίζει να βλέπει πραγματικές πιέσεις στις αποτιμήσεις δανείων. Το γεγονός ότι η JPMorgan προχωρά σε markdowns σε χαρτοφυλάκια private credit θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί για χρόνια η αγορά αυτή εμφάνιζε πολύ μικρότερη μεταβλητότητα από τις αγορές ομολόγων. Όταν μεγάλες επενδυτικές τράπεζες αρχίζουν να τα αποτιμούν κάτω από το par, αυτό σημαίνει ότι η αγορά προσαρμόζεται σε υψηλότερα επιτόκια και αυξημένο credit risk.
Επιπλέον, αρκετές εταιρείες που χρηματοδοτήθηκαν μέσω private credit βρίσκονται πλέον σε καθεστώς «amend and extend». Δηλαδή τα funds συμφωνούν με τους δανειολήπτες σε παράταση των λήξεων ή αλλαγή όρων αντί να καταγραφεί επίσημο default. Συχνά οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται μέσω μηχανισμών payment-in-kind (PIK), κάτι που επιτρέπει στις εταιρείες να συνεχίσουν να εξυπηρετούν το χρέος χωρίς άμεσες ταμειακές πληρωμές. Αυτή η πρακτική διατηρεί χαμηλούς τους επίσημους δείκτες αθέτησης πληρωμών αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το συνολικό επίπεδο μόχλευσης στο σύστημα.
Παράλληλα, αρχίζουν να εμφανίζονται πιέσεις και στη δευτερογενή αγορά private credit. Σε αρκετές συναλλαγές μεταξύ επενδυτών τα δάνεια αλλάζουν χέρια με υψηλό discount σε σχέση με την ονομαστική τους αξία, κάτι που πριν από δύο χρόνια ήταν αρκετά σπάνιο. Αυτό δείχνει ότι οι επενδυτές ζητούν πλέον υψηλότερα risk premiums για την ίδια κατηγορία δανείων.
Ο κλάδος βρίσκεται μπροστά στο πρώτο πραγματικό τεστ μετά την περίοδο μηδενικών επιτοκίων. Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων private credit έχει floating rates, συνδεδεμένα με επιτόκια όπως το SOFR ή το Euribor. Η άνοδος των επιτοκίων τα τελευταία δύο χρόνια έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για τις εταιρείες που δανείστηκαν μέσω αυτών των σχημάτων. Ένα νέο ενεργειακό σοκ, με υψηλότερες τιμές πετρελαίου και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, θα μπορούσε να παρατείνει το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και να επιβαρύνει περαιτέρω αυτούς τους δανειολήπτες.
Η Deutsche Bank ανακοίνωσε ότι διαχειρίζεται ήδη χαρτοφυλάκιο περίπου 26 δισ. ευρώ και υπογραμμίζοντας ότι εφαρμόζει «συντηρητικά πρότυπα πιστοδότησης». Παρόμοιες κινήσεις έχουν κάνει και άλλες μεγάλες τράπεζες, οι οποίες βλέπουν ευκαιρία να επανακτήσουν μερίδιο σε μια αγορά που κυριαρχήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από επενδυτικά funds.
Ταυτόχρονα όμως οι ίδιες οι τράπεζες και οι επόπτες παρακολουθούν στενά την αγορά. Ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχουν εκφράσει ανησυχίες για την περιορισμένη διαφάνεια και τη συγκέντρωση κινδύνου στον κλάδο, ιδιαίτερα καθώς η αγορά έχει ξεπεράσει το 1,5-1,7 τρισ. δολάρια παγκοσμίως.