Στον διττό μετασχηματισμό της επιχείρησής του επενδύει ο δεύτερος μεγαλύτερος tour operator στην Ευρώπη, ο Thomas Cook, όπως αναφέρει ο David Child, επικεφαλής επικοινωνίας και marketing για ξενοδοχεία και Resorts της εταιρείας σε συνέντευξή του στο insider.gr. Στόχος είναι να εξελιχθεί σε πάροχο ολοκληρωμένων ξενοδοχειακών υπηρεσιών ο οποίος θα έχει μεγαλύτερες υπεραξίες σε σχέση με το παρελθόν, όπου εστίαζε στην αερομεταφορά και την πώληση πακέτων διακοπών.

Η χώρα μας μάλιστα, μαζί με την Ισπανία, αποτελεί μια από τις κύριες αγορές στις οποίες επικεντρώνεται ο όμιλος, τόσο για την απόκτηση νέων μονάδων μέσω του joint venture που δημιούργησε πριν από δύο χρόνια από κοινού με την LMEY, όσο και για την διαχείριση υφιστάμενων ξενοδοχείων σε δημοφιλείς προορισμούς.
Η κοινοπραξία αυτή υπό την επωνυμία Thomas Cook Hotel Investments (TCHI), όπως σημειώνει ο κ. Child, εκγαινίασε πρόσφατα το ξενοδοχείο-ναυαρχίδα της εταιρείας, το Casa Cook Kos ενώ αγόρασε και διπλανή έκταση στο νησί με στόχο να δημιουργήσει τον επόμενο χρόνο ξενοδοχειακή μονάδα υπό την επωνυμία Cook’s Club. 

Στόχος τα 250 ξενοδοχεία παγκοσμίως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια

Το Casa Cook Kos, το οποίο άλλοτε άνηκε στον επιχειρηματία Καραθωμά, αποτελεί το τέταρτο ιδιόκτητο ξενοδοχείο της εταιρείας στη χώρα μας και το ένατο ξενοδοχείο της εν λόγω κοινοπραξίας, η οποία δείχνει να πιάνει το στόχο της νωρίτερα από το αναμενόμενο --- πρόθεσή της όπως είχε ανακοινωθεί, ήταν να διαθέτει 10 περίπου ξενοδοχεία, στα πρώτα δύο χρόνια της λειτουργίας της. «Ήδη βρισκόμαστε κοντά στην επίτευξη αυτού του στόχου οπότε δεν βλέπω ταχεία ανάπτυξη μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μέχρι στιγμής έχουμε λάβει χρηματοδότηση 91 εκατ.( 40 εκατ. από την τράπεζα Πειραιώς και 51 εκατ. από την Caixa Bank). Στο μέλλον θα επικεντρωθούμε στην διαχείριση των νέων αυτών μονάδων και στην αναζήτηση νέας χρηματοδότησης για περαιτέρω επενδύσεις τα επόμενα χρόνια αρχικά σε δημοφιλείς προορισμούς για τους οποίους έχουμε αυξημένη ζήτηση, όπως Ζάκυνθο, Κω, Κέρκυρα και ίσως και για ανερχόμενους προορισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως για παράδειγμα η Καλαμάτα».  

«Την ίδια στιγμή βέβαια κοιτάμε και την επέκταση των συνεργασιών μας με τοπικούς ομίλους ώστε να αναλάβουμε την διαχείριση υφιστάμενων μονάδων οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν επιθυμούν πια να διαχειριστούν. Έταιρείες που έχουν στην κατοχή τους τέσσερις ή πέντε μονάδες φαντάζουν ιδανικές περιπτώσεις για εμάς που έχουμε χρόνια επιτυχημένης εμπειρίας στην διαχείριση» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Child.

Να σημειωθεί ότι η TCHI κατάφερε να διπλασιάσει το χαρτοφυλάκιό της μέσα σε ένα χρόνο φτάνοντας πλέον τα 2.800 δωμάτια, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που βρίσκονται υπό κατασκευή, ενώ πέρα από τις νέες μονάδες προχωρά και σε ανακαινίσεις υπάρχοντων ξενοδοχείων. Τον χειμώνα επένδυσε €7 εκατ. στο μεγαλύτερο ξενοδοχείο της εταιρείας στην Ελλάδα, το Sunwing Kallithea στη Ρόδο, για την ανακαίνιση του, συμπεριλαμβάνοντας την προσθήκη δωματίων με πισίνα στο ξενοδοχείο, ώστε να καλυφθεί η ζήτηση για πιο πολυτελή καταλύματα.

Όσον για τον Thomas Cook αποτελεί σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που επικαλείται ο κ. Child τη μεγαλύτερη ξένη ξενοδοχειακή αλυσίδα στη χώρα, η οποία διαχειρίζεται 48 ξενδοχεία και έχει ανοιξει και 4 ιδιόκτητες μονάδες. Στόχος για τα επόμενα δύο χρόνια είναι οι 200 μονάδες παγκοσμίως να αυξηθούν σε 250.
Την στροφή του ομίλου στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις επισφραγίζει και το γεγονός ότι ο Thomas Cook «μεταφέρει» θέσεις εργασίας από το εμπορικό δίκτυο που διατηρεί στο βορρά σε αυτό του ευρωπαϊκού νότου. «Ανακοινώσαμε πριν μια εβδομάδα ότι κλείνουμε 21 καταστήματα στην Βρετανία, ωστόσο προσλάβαμε περίπου 100 άτομα προσωπικό στην Ελλάδα γιατί ανοίξαμε το νέο ξενοδοχείο μας στην Κω» σημειώνει ο κ. Child.  Μόνο στην Ελλάδα o Thomas Cook έχει φέτος 1200 εργαζόμενους τόσο στα ξενοδοχεία όσο και γραφεία που διατηρεί σε Αθήνα και σε άλλες νησιωτικές πόλεις, 200 περισσότερους από πέρυσι.

Στοίχημα ο ψηφιακός μετασχηματισμός

Στον μετασχηματισμό του ομίλου περιλαμβάνεται πέρα από την εξαγορά και ανάληψη διαχείρισης νέων μονάδων και η ψηφιοποίηση, σε μια εποχή που το σύνολο του τουριστικού κλάδου επενδύει στο online. «Ήδη οι μισές πωλήσεις μας πραγματοποιούνται οnline, κι αυτό το ποσοστό σίγουρα δεν θα μειωθεί, γι αυτό και επενδύουμε στον ψηφιακό μας μετασχηματισμό» εξηγεί ο κ. Child. Δίνοντας ένα παράδειγμα  αυτής της ψηφιοποίησης αναφέρει την εφαρμογή για online check in στα ξενοδοχεία Ocean Beach Club. «Όπως παρατηρήσαμε τα ¾ των Σκανδιναβών πελατών μας έχουν κατεβάσει την εφαρμογή μας και οι μισοί εξ αυτών την ειδική λειτουργία εντός της εφαρμογής μέσω της οποίας κάνεις αυτόματα check-in στο δωμάτιό σου κατά την μεταφορά σου από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο. Έτσι με το που φτάσουν στο ξενοδοχείο μπαίνουν κατευθείαν στο δωμάτιό τους χρησιμοποιώντας αντί για κλειδί το smartphone τους».

Εξαιτίας του προαναφερθέντος διττού μετασχηματισμού προέκυψε μάλιστα και η πώληση των αεροπορικών εταιρειών του ομίλου, είδηση που απασχολεί εδώ και καιρό τα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης. «Διαπιστώσαμε ότι δεν χρειάζεται να έχουμε την δική μας αεροπορική για να εξυπηρετούμε τους πελάτες μας απλά να διατηρούμε συνεργασίες με κάποιες αεροπορικές, οπότε κοιτάμε τις επιλογές μας για την ώρα» ανέφερε χαρακτηριστικά εξηγώντας ότι μια τέτοια κίνηση ήταν απαραίτητη εφόσον οι δραστηριότητες στις οποίες επικεντρώνεται πλέον ο Όμιλος απαιτούν ενισχυμένη ρευστότητα. Παράλληλα επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν ενδιαφερόμενοι για τις αεροπορικές εταιρείες του Ομίλου, χωρίς ωστόσο να προβεί σε περαιτέρω λεπτομέρεις.

«Χρονιά πρόκληση για τον τουρισμό στην Ευρώπη»

Όσον αφορά την τουριστική κίνηση το 2019 ο κ. Child επιβεβαιώνει πως οι πληρότητες στην Ελλάδα κινούνται σε υψηλά επίπεδα, «ήδη το νέο ξενοδοχείο μας στην Κω είναι γεμάτο», ωστόσο σημειώνει πως το 2019 θα αποτελέσει χρονιά πρόκληση για τον τουρισμό της Ευρώπης γενικότερα.

«Το α’ τρίμηνο του έτους παρατηρήσαμε μια χαλάρωση της ζήτησης για ευρωπαϊκούς προορισμούς. Ένας λόγος είναι η αβεβαιότητα των καταναλωτών είτε εξαιτίας του Brexit, είτε εξαιτίας οικονομικών δυσχεριών η οποία και καθυστέρησε τις κρατήσεις για φέτος το καλοκαίρι. Επιπλέον βέβαια θα πρέπει να αναφέρουμε και την άνοδο των ανταγωνιστικών μη ευρωπαϊκών προορισμών, όπως η Τουρκία και η Τυνησία, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν ανακαινίσει το προϊόν τους το οποίο μάλιστα στην περίπτωση της Τουρκίας προσφέρεται και σε ασύγκριτα χαμηλή τιμή λόγω της πτώσης της τουρκικής λίρας» εξηγεί ο κ. Child. Αυτή η άνοδος των ανταγωνιστών είναι κι ένας ακόμα λόγος που επενδύουμε και  στην ανακαίνιση των μονάδων μας, όπως για παράδειγμα τα ξενοδοχεία σε Καλλιθέα και Μακρύ Γιαλό, και εμπλουτίζουμε την φιλοξενία μας με νέες εμπειρίες όπως οι δραστηριότητες για παιδιά και οικογένειες» καταλήγει ο κ. Child.