Αυξήθηκε στα 451 εκατομμύρια ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 2025, ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης και της οριακής αύξησης των γεννήσεων σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία.
Οι πολυπληθέστερες χώρες της ΕΕ εξακολουθούν να είναι η Γερμανία (με 84 εκατομμύρια, ή 19% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), η Γαλλία (με 69 εκατομμύρια, ή 15% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), η Ιταλία (με 59 εκατομμύρια, ή 13%), η Ισπανία (με 49 εκατομμύρια, ή 11%) και η Πολωνία (με 36 εκατομμύρια, ή 8%).
Συνολικά, αυτές οι 5 χώρες αντιπροσωπεύουν το 66% του πληθυσμού της ΕΕ. Στον αντίποδα, οι πιο μικρές πληθυσμιακά χώρες είναι η Μάλτα (574.000 άτομα, δηλαδή το 0,1% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), το Λουξεμβούργο (682.000, σχεδόν 0,2%) και η Κύπρος (983.000, 0,2%).
Μέσα σε μια περίοδο 20ετίας, από την 1η Ιανουαρίου 2005 έως την 1η Ιανουαρίου 2025, ο συνολικός πληθυσμός της ΕΕ αυξήθηκε από 435 εκατομμύρια σε 451 εκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 4%. Σε αυτή την περίοδο, 19 χώρες της ΕΕ παρουσίασαν αύξηση του πληθυσμού τους, ενώ 8 κατέγραψαν μείωση.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στο Λουξεμβούργο (48%), ακολουθούμενο από τη Μάλτα (43%), την Κύπρο (34%) και την Ιρλανδία (32%). Οι μεγαλύτερες σχετικές μειώσεις παρατηρήθηκαν στη Λετονία (−17%), τη Βουλγαρία (−16%), τη Λιθουανία (−14%), τη Ρουμανία (−11%) και την Κροατία (−10%).
Οι μεγαλύτερες απόλυτες αυξήσεις καταγράφηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία (και στις δύο περιπτώσεις +6 εκατομμύρια), ενώ οι μεγαλύτερες απόλυτες μειώσεις παρατηρήθηκαν στη Ρουμανία και την Πολωνία (και στις δύο περιπτώσεις −2 εκατομμύρια) και στη Βουλγαρία (−1 εκατομμύριο).

Περισσότερες οι γυναίκες από τους άντρες
Στην ΕΕ ζουν σήμερα 230 εκατομμύρια γυναίκες και 221 εκατομμύρια άνδρες. Αυτό αντιστοιχεί σε αναλογία 104,2 γυναικών ανά 100 άνδρες, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν 4,2% περισσότερες γυναίκες από άνδρες. Περισσότερες γυναίκες από άνδρες υπάρχουν σε όλες τις χώρες της ΕΕ, εκτός από τη Μάλτα, τη Σλοβενία, τη Σουηδία και το Λουξεμβούργο. Η υψηλότερη αναλογία καταγράφεται στη Λετονία (15,6% περισσότερες γυναίκες από άνδρες).
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας 20ετίας μάλιστα η αναλογία γυναικών ανά 100 άνδρες αυξήθηκε σε 6 χώρες της ΕΕ και μειώθηκε σε 21. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στη Βουλγαρία, από 105,4 σε 108,0 γυναίκες ανά 100 άνδρες, ενώ η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στη Μάλτα, από 101,8 σε 88,3 γυναίκες ανά 100 άνδρες.
Ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού της ΕΕ αντιστοιχεί σε παιδιά και νεαρούς εφήβους (κάτω των 15 ετών). Η νέα γενιά της Ευρώπης αριθμεί συνολικά 65 εκατομμύρια παιδιά, που αντιστοιχούν στο 14% του συνολικού πληθυσμού της. Το ποσοστό αυτό διαφέρει μεταξύ των χωρών της ΕΕ: η Ιρλανδία είναι η πιο... νεανική χώρα με σχεδόν 19% του πληθυσμού της να είναι παιδιά έως 15 ετών, ενώ την ίδια στιγμή η Ιταλία έχει το χαμηλότερο ποσοστό με 12%.
Από το 2005 έως το 2025, οι περισσότερες χώρες της ΕΕ παρουσίασαν μείωση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, εκτός από την Τσεχία, τη Βουλγαρία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Σλοβενία, οι οποίες κατέγραψαν αυξήσεις μικρότερες από +1 ποσοστιαία μονάδα.
Παράλληλα, οι νέοι κάτω των 19 ετών αντιστοιχούν στο 20% του πληθυσμού της ΕΕ. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το υψηλότερο ποσοστό νέων καταγράφεται στην Ιρλανδία (25%), ακολουθούμενη από τη Γαλλία και τη Σουηδία (23% η καθεμία). Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στη Μάλτα (16%).
Τα τελευταία 20 χρόνια, το ποσοστό των ατόμων κάτω των 19 ετών μειώθηκε σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Σε ότι αφορά τους υπερήλικες Ευρωπαίους ηλικίας 80 ετών και άνω , ο πληθυσμός τους έφτασε το 6%. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Ιταλία (σχεδόν 8%), ακολουθούμενη από τη Γερμανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία (όλες με 7%).
Σε ολόκληρη την ΕΕ, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 80 ετών και άνω αυξήθηκε σε κάθε χώρα τα τελευταία 20 χρόνια. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, τη Λετονία, τη Γερμανία, τη Σλοβενία, την Ιταλία, την Εσθονία, τη Λιθουανία και την Κροατία, όπου αυτή η ηλικιακή ομάδα αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες σε κάθε χώρα.
Την 1η Ιανουαρίου 2025, υπήρχαν 99 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, που αντιστοιχούν στο 22% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε συγκρίνοντας το 2005 με το 2025. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στην Πολωνία (8 ποσοστιαίες μονάδες, από 13% το 2005 σε 21% το 2025).
Την διαδικασία γήρανσης της ευρωπαϊκής ηπείρου μαρτυρά και η άνοδος της διάμεσης ηλικίας του πληθυσμού της. Η διάμεση ηλικία αυξήθηκε κατά 5,3 χρόνια, από 39,6 έτη το 2005 σε 44,9 έτη το 2025.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η υψηλότερη διάμεση ηλικία το 2025 παρατηρήθηκε στην Ιταλία (49,1 έτη), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία (47,3 έτη η καθεμία) και την Ελλάδα (47,2 έτη), ενώ οι χαμηλότερες καταγράφηκαν στην Ιρλανδία (39,6 έτη), το Λουξεμβούργο (39,8 έτη) και τη Μάλτα (40,0 έτη).
Κατά την περίοδο 2005 έως 2025, η διάμεση ηλικία αυξήθηκε περισσότερο στη Ρουμανία (κατά 8,6 έτη), ακολουθούμενη από την Πορτογαλία (8,1 έτη) και την Ελλάδα (8,0 έτη), ενώ η μικρότερη αύξηση καταγράφηκε στη Σουηδία (1,1 έτη) και το Λουξεμβούργο (1,7 έτη).
Η μέση διάμεση ηλικία στην ΕΕ είναι στα 43,3 έτη για τους άνδρες και στα 46,5 έτη για τις γυναίκες.



