Ο πόλεμος ΗΠΑ, Ισραήλ - Ιράν και οι επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές –από εγκαταστάσεις στο Ιράν έως δίκτυα που συνδέονται με το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα– δεν ανεβάζουν μόνο τις τιμές και την ανησυχία για την επάρκεια. Δείχνουν με τον πιο καθαρό τρόπο ότι κάθε φορά που η γεωπολιτική ένταση κλιμακώνεται, η πράσινη μετάβαση υποχωρεί και τα ορυκτά καύσιμα επιστρέφουν στο προσκήνιο, επιβεβαιώνοντας το λεγόμενο «Green Paradox».
Όταν μια περιοχή από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG τίθεται υπό πίεση, η προτεραιότητα μετατοπίζεται άμεσα. Η ασφάλεια εφοδιασμού υπερισχύει των κλιματικών στόχων, καθώς η πιθανότητα διαταραχής μπορεί να αφαιρέσει εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την αγορά ή να προκαλέσει καθυστερήσεις φορτίων.
Πόσο πίσω πάει η πράσινη μετάβαση
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται ήδη στους αριθμούς αρκετά πριν ξεκινήσει ο πόλεμος ΗΠΑ, Ισραήλ - Ιράν. Στην Ευρώπη, η χρήση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε, οδηγώντας σε άνοδο του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά περίπου 16% το 2025, σύμφωνα με την Ember, ενώ η ζήτηση φυσικού αερίου κατέγραψε αύξηση περίπου 3%, με βάση τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA). Το 2026, η κρίση στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε περαιτέρω πίεση, με τις τιμές φυσικού αερίου να αυξάνονται έως και 60% σε σύντομο χρονικό διάστημα και το πετρέλαιο να έχει προσεγγίσει τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης τα 119 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, η Ευρώπη αναμένεται να καταγράψει νέο ιστορικό ρεκόρ εισαγωγών LNG, φτάνοντας τα 185 δισ. κυβικά μέτρα, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η ζήτηση πετρελαίου εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 106,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026, αυξημένη κατά περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια σε σχέση με το 2025. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι κάθε κρίση δεν «παγώνει» απλώς την πράσινη μετάβαση, αλλά ενισχύει τη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Η «σιωπηλή» επιστροφή στον άνθρακα
Σε αυτό το περιβάλλον και ιδιαίτερα σήμερα όπου οι ενεργειακές ροές δεν είναι δεδομένες και οι τιμές έχουν εκτοξευθεί, ένα ακόμη λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο φαινόμενο αρχίζει να επανεμφανίζεται. Η προσωρινή ενεργοποίηση μονάδων άνθρακα και λιγνίτη. Δεν πρόκειται για μια επίσημη επιστροφή σε αυτά τα καύσιμα ως στρατηγική επιλογή, αλλά για μια πρακτική που ενεργοποιείται κάθε φορά που η αγορά πιέζεται. Σε περιόδους κρίσης, χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία διατηρούν μονάδες σε λειτουργία ή καθυστερούν την απόσυρσή τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνεται προσωρινά και η παραγωγή από άνθρακα ή λιγνίτη, προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό έχει καταγραφεί ήδη μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 και επανέρχεται κάθε φορά που αυξάνονται οι τιμές φυσικού αερίου και LNG.
Πιο πρόσφατα, σε αγορές της Ασίας όπως η Ιαπωνία, η Κίνα και η Ινδία, η άνοδος του κόστους LNG έχει οδηγήσει σε αυξημένη χρήση άνθρακα για λόγους κόστους και ασφάλειας εφοδιασμού, σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις. Στην Ευρώπη, την περίοδο 2025-2026, καταγράφεται αύξηση της χρήσης φυσικού αερίου, ενώ παράλληλα παραμένουν διαθέσιμες μονάδες άνθρακα ως εφεδρεία, όπως επισημαίνουν ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) και η Ember.
Και ακόμη και εάν δεν πρόκειται για μια «επιστροφή» στα ορυκτά καύσιμα, σίγουρα είναι μια επαναλαμβανόμενη πρακτική προσωρινής ενεργοποίησης και παράτασης χρήσης τους κάθε φορά που η ενεργειακή ασφάλεια τίθεται σε προτεραιότητα.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο αν εξεταστεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το μεθάνιο, βασικό συστατικό του φυσικού αερίου, είναι έως και 80 φορές πιο ισχυρό από το CO₂ σε ορίζοντα 20 ετών και ευθύνεται για περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Αυτό σημαίνει ότι διαρροές ή καταστροφές σε ενεργειακές υποδομές μπορούν να έχουν άμεσο και δυσανάλογο αντίκτυπο.
Ταυτόχρονα, οι κρίσεις ενισχύουν δομικά την εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Το καύσιμο καλύπτει ήδη πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης, ενώ η αγορά LNG αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Οι επενδύσεις σε υποδομές συνεχίζονται και σε πολλές περιπτώσεις επιταχύνονται, δημιουργώντας ένα «κλείδωμα» σε ορυκτά καύσιμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το αρχικά προβλεπόμενο.
Η ευρωπαϊκή αντίφαση γίνεται έτσι όλο και πιο εμφανής. Από τη μία πλευρά, η ΕΕ διατηρεί φιλόδοξους στόχους για την πράσινη μετάβαση. Από την άλλη, ενισχύει τις εισαγωγές LNG και διατηρεί ενεργές εφεδρείες ορυκτών καυσίμων για λόγους ασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η στρατηγική παραμένει «πράσινη», αλλά η εφαρμογή προσαρμόζεται στις πιέσεις της κρίσης.
Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε ενίσχυση των υποδομών LNG και αυξημένη έκθεση στις διεθνείς τιμές και στους γεωπολιτικούς κινδύνους, σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή μετάβαση συνεχίζεται, αλλά με διαφορετική ταχύτητα.