Η επίτευξη συμφωνίας κοινής αντίδρασης εντός ΕΕ σε ό,τι αφορά τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης δεν είναι το ευκολότερο δυνατό εγχείρημα. Από τη μία είναι καταγεγραμμένες οι εσωτερικές διαφωνίες σε επίπεδο ευρωζώνης. Ωστόσο, η προσέγγιση των κρατών-μελών δε συνδέεται πλέον μόνο με το ρόλο τους και τα συμφέροντά τους εντός ΕΕ. Είναι αρκετά ευρύτερο. Και προφανώς ξεπερνά τα όρια της ηπείρου μας.
Για πρώτη φορά ακόμη και οι G7 αναγνωρίζουν ότι οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης είναι σημαντικές, ακόμα και στο καλύτερο δυνατό σενάριο. Η ανάγκη (όποιας) ολοκλήρωσης της κρίσης χαρακτηρίζεται πλέον απαραίτητη. Η αντίδραση των Βρετανών π.χ. προς αυτήν την κατεύθυνση είναι χαρακτηριστική.
Σε επίπεδο κυβερνήσεων, βέβαια, οι ΗΠΑ φαίνεται να υποβαθμίζουν την επικινδυνότητα της κρίσης. Ειδικά ως προς το μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Μέχρι να χτυπήσει λίγο εντονότερα την πόρτα τους, θα λέγαμε εμείς. Ο υπόλοιπος κόσμος μάλιστα έχει ήδη αρχίσει να αυξάνει τους «βαθμούς ανησυχίας» του. Τα δεδομένα σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά αποθέματα σταδιακά θα αρχίσουν να επηρεάζονται περισσότερο. Ο Απρίλιος, μάλιστα, είναι κρίσιμος μήνας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ευρώπη -για την ώρα- να επηρεάζεται λιγότερο από άλλους σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας. Ωστόσο οι πληθωριστικές πιέσεις είναι ήδη ευδιάκριτες.
Δεν είναι μόνο ζήτημα «ρήτρας διαφυγής»
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για τον τρόπο ενίσχυσης πολιτών και επιχειρήσεων γίνεται ολοένα και πιο άμεση προτεραιότητα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εντός ΕΕ, είναι προφανές ότι η ενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής για δαπάνες είναι επιθυμητή για αρκετές χώρες. Ανάμεσά τους και η Ελλάδα, και χωρίς μάλιστα να είναι απολύτως αναγκαίο για εκείνη.
Η Ελλάδα διαθέτει τα δημοσιονομικά διαθέσιμα προκειμένου να εκμεταλλευτεί τα «στοχευμένα και προσωρινά» μέτρα της εργαλειοθήκης που θα ανακοινώσει η Κομισιόν. Σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους της μάλιστα, είναι δεδομένο ότι η επιβάρυνση από την αύξηση των επιτοκίων θα βρεθεί εκτός δαπανών του περιοριστικού πλαισίου. Όπως και μία σειρά δαπανών.
Το ζήτημα όμως της αύξησης του κόστους δημοσίου χρέους, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοσιονομικού χώρου αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία σειράς κρατών-μελών. Με τη γαλλική οικονομία τη μεγαλύτερη από αυτές. Στη Γερμανία, επίσης, οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές.
Το συνολικό κόστος του πολέμου στη Μ. Ανατολή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Και προφανώς εξαρτάται από τη διάρκειά του και την επίδρασή του σε σημαντικές ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τόσο οι αρμόδιοι αναλυτές (π.χ. ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας) όσο και οι κυβερνήσεις σημαντικών οικονομικών (G7) αναγνωρίζουν μάλλον ομόφωνα την κρισιμότητα των δεδομένων. Και την ανάγκη τα «στοχευμένα και προσωρινά» μέτρα να είναι αποτελεσματικά. Και να επιλεγούν και εφαρμοστούν άμεσα.
Εύκολο να το λες, βέβαια…
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.