Για περισσότερο από μία δεκαετία μετά την κρίση χρέους, οι επενδυτές αντιμετώπιζαν την Ευρωζώνη μέσα από έναν διαχωρισμό μεταξύ «ισχυρού πυρήνα» και «αδύναμης περιφέρειας».
Ειδικότερα, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και οι υπόλοιπες χώρες του βορρά θεωρούνταν οι δημοσιονομικά ασφαλείς επιλογές, ενώ η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Κύπρος βρίσκονταν στο επίκεντρο των ανησυχιών για τη βιωσιμότητα του χρέους τους.
Σήμερα, η εικόνα αυτή μεταβάλλεται σταδιακά. Αν και το συνολικό δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης εμφανίζεται σχετικά σταθερό, κάτω από την επιφάνεια διαμορφώνονται εντελώς διαφορετικές δημοσιονομικές πορείες.
Εξάλλου, ορισμένες χώρες που στο παρελθόν θεωρούνταν προβληματικές συνεχίζουν να βελτιώνουν τα θεμελιώδη μεγέθη τους, ενώ αρκετές παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από τα ελλείμματα, το υψηλό χρέος και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης.
Προσέτι, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 90% του ΑΕΠ έως το 2031, έναντι περίπου 88% στο τέλος του 2025. Σε πρώτη ανάγνωση η μεταβολή αυτή μοιάζει περιορισμένη, ωστόσο, η συνολική εικόνα αποκρύπτει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Οίκοθεν νοείται ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά στις χώρες που συνδυάζουν ήδη υψηλό δημόσιο χρέος με αυξανόμενες δαπάνες εξυπηρέτησής του.
Και προφανώς, η αύξηση των επιτοκίων τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει ριζικά τις δημοσιονομικές ισορροπίες, μιας και οι τόκοι απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων, όσο τα παλαιά ομόλογα λήγουν και αντικαθίστανται από νέες εκδόσεις με υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τη διατήρηση υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης, η χώρα αντιμετωπίζει αυξανόμενα ελλείμματα και χρέος που συνεχίζει να κινείται ανοδικά.
Αντίστοιχες πιέσεις εμφανίζονται στο Βέλγιο και στη Φινλανδία, όπου η δημοσιονομική εικόνα επιδεινώνεται σταδιακά, ενώ παρόμοιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν η Αυστρία και η Σλοβακία, ακόμη και η κραταιά Γερμανία, που βλέπει το δημοσιονομικό της περιθώριο να περιορίζεται, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα κρατικά ισοζύγια στην Ευρώπη.
Άλλο είναι το ζήτημα των κρατικών προϋπολογισμών, δεδομένου ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών, οι ανάγκες ενεργειακής μετάβασης, οι επενδύσεις σε υποδομές και κυρίως οι δημογραφικές εξελίξεις δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη, περιορίζοντας τα περιθώρια δημοσιονομικής προσαρμογής.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, αρκετές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας εμφανίζουν αξιοσημείωτη βελτίωση. Η περίπτωση της Ελλάδος είναι και η πιο τρανταχτή, καθώς μετά από μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής προσαρμογής, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία. Επιπλέον, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι μέχρι το 2031 ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα είναι περίπου 76 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερος σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα του 2019.
Σημαντική πρόοδο καταγράφει και η Πορτογαλία, η οποία συνεχίζει να μειώνει το δημόσιο χρέος της, ενώ παράλληλα αποτελεί μία από τις ελάχιστες χώρες της Ευρωζώνης που αναμένεται να εμφανίζει χαμηλότερες δαπάνες τόκων το 2031 σε σχέση με το 2019.
Η Ισπανία επίσης συνεχίζει την πορεία σταδιακής αποκλιμάκωσης του χρέους, ενώ η Κύπρος και η Σλοβενία διατηρούν θετικές δημοσιονομικές τάσεις.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη αρχίσει να αντικατοπτρίζονται στις αξιολογήσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Κύπρος έχουν λάβει θετικές αξιολογήσεις, ενώ αντίθετα χώρες όπως η Γαλλία, η Φινλανδία, το Βέλγιο και η Αυστρία έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με αρνητικές παρεμβάσεις ή επιδείνωση των προοπτικών τους.
Η μεταβολή αυτή δεν σημαίνει ότι η Ευρωζώνη εισέρχεται σε νέα κρίση χρέους. Αντίθετα, υποδηλώνει ότι οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση στη μελλοντική πορεία των δημόσιων οικονομικών παρά στο ιστορικό επίπεδο του χρέους. Οι χώρες που επιτυγχάνουν διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις και βελτιώνουν τις αναπτυξιακές τους προοπτικές ανταμείβονται από τις αγορές, ακόμη και αν ξεκινούν από υψηλότερα επίπεδα χρέους.
Συνδυάζοντας τα παραπάνω, συνάγεται ευχερώς το συμπέρασμα ότι το μεγάλο στοίχημα για την Ευρωζώνη τα επόμενα χρόνια θα είναι η επίτευξη ισχυρότερης οικονομικής ανάπτυξης.
Διότι πολύ απλά, με τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης να κινείται κοντά στο 1%, η μείωση του χρέους καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Άρα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς κεφαλαίων, η βελτίωση της αγοράς εργασίας και η ενεργειακή αυτονομία αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Από επενδυτική σκοπιά, η σημαντικότερη εξέλιξη είναι ότι η αγορά δεν τιμολογεί πλέον τις χώρες αποκλειστικά με βάση το ύψος του χρέους τους, αλλά κυρίως με βάση την κατεύθυνση των δημοσιονομικών τους μεγεθών.
Χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία εμφανίζουν βελτιούμενες προοπτικές και συνεχίζουν να προσελκύουν επενδυτικά κεφάλαια, ενώ σε ορισμένες οικονομίες του παραδοσιακού ευρωπαϊκού πυρήνα αυξάνονται οι ανησυχίες για την πορεία των ελλειμμάτων και του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Η τάση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω σύγκλιση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και να ενισχύσει το επενδυτικό ενδιαφέρον για αγορές που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν υψηλότερου κινδύνου.



