Βρισκόμαστε στις πρώτες ημέρες του Ιουλίου 2026 και η μεγάλη πληρωμή των Οικολογικών Σχημάτων για το έτος ενίσχυσης 2025 έχει πλέον ολοκληρωθεί. Τα τελικά μοναδιαία ποσά, όπως προέκυψαν από την απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, διαμορφώθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη εφαρμογής του Στρατηγικού Σχεδίου της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2023 - 2027.
- Διαβάστε ακόμη: Ανατιμήσεις 6% στα φρέσκα τρόφιμα - Να γιατί δεν πρέπει να ξεχνούν τον πρωτογενή τομέα στις συσκέψεις για την ακρίβεια
Πίσω όμως από αυτή την εικόνα υψηλής χρηματικής απόδοσης ανά στρέμμα κρύβεται ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό σημείο… που αφορά ειδικά το οικολογικό σχήμα της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας και το οποίο ενδέχεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις της επόμενης χρονιάς.
Η λογική πληρωμής των Οικολογικών Σχημάτων δεν λειτουργεί με σταθερή τιμή ανά δράση, όπως συμβαίνει σε άλλα καθεστώτα ενίσχυσης. Κάθε δράση διαθέτει συγκεκριμένο προϋπολογισμό, ο οποίος διαμοιράζεται στο σύνολο των τελικά επιλέξιμων εκτάσεων. Όταν ο αριθμός των δικαιούχων μειώνεται λόγω των ελέγχων, οι πόροι που εξοικονομούνται δεν επιστρέφουν αυτόματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ανακατανέμονται στους εναπομείναντες δικαιούχους, ανεβάζοντας το μοναδιαίο ποσό.
Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί γιατί οι αυξήσεις άγγιξαν κατά μέσο όρο το 30% έως το 50%, με ορισμένες δράσεις να φτάνουν ακόμη και στο 344%.
Στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία (δράση Π1-31.9) το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο. Η μοναδιαία ενίσχυση για τη βιολογική καλλιέργεια χειμερινών σιτηρών ανέβηκε από τα 66 στα 120 ευρώ ανά εκτάριο, καταγράφοντας αύξηση 82%. Αντίστοιχη αύξηση 82% σημείωσε και η βιολογική καλλιέργεια βαμβακιού, με το μοναδιαίο ποσό να ανεβαίνει από τα 283 στα 516 ευρώ ανά εκτάριο.
Η βιολογική κτηνοτροφία αιγοπροβάτων είδε αύξηση 54%, από τα 160 στα 247 ευρώ ανά εκτάριο. Οι αριθμοί αυτοί δεν αντανακλούν μόνο δημοσιονομική γενναιοδωρία. Αντανακλούν, σε μεγάλο βαθμό, τη συρρίκνωση του αριθμού των δικαιούχων που τελικά πληρώθηκαν.
Η συρρίκνωση αυτή δεν οφείλεται σε μία μόνο αιτία. Ένα σημαντικό της κομμάτι εντοπίζεται στη βιολογική γεωργία, όπου η ΑΑΔΕ απέστειλε στους φορείς πιστοποίησης αναλυτική λίστα με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που είχαν αγοράσει οι παραγωγοί, ζητώντας διασταύρωση με τον κατάλογο των εγκεκριμένων για βιολογική καλλιέργεια σκευασμάτων.
Όσοι παραγωγοί εμφάνιζαν τιμολόγια αγοράς μη επιτρεπόμενων ουσιών βρέθηκαν εκτός πληρωμής, ανεξάρτητα από το αν η χρήση αφορούσε πράγματι τη βιολογική τους έκταση ή άλλη συμβατική καλλιέργεια της ίδιας εκμετάλλευσης.
Στο σύστημα καταγράφηκαν δύο ιδιαίτεροι κωδικοί σφάλματος που συνδέονται αποκλειστικά με το οικολογικό σχήμα της βιολογικής. Ο πρώτος κωδικός αφορά παραγωγούς που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει την τριετή περίοδο μετατροπής σε πλήρως βιολογική παραγωγή, ενώ ο δεύτερος κωδικός μας λέει ότι ο φάκελος παραμένει υπό περαιτέρω διερεύνηση ως προς την εγκυρότητα των παραστατικών. Και οι δύο κατηγορίες αφορούν, σύμφωνα με πληροφορίες, μεγάλο αριθμό παραγωγών, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ευθύνη τους.
Οι επηρεαζόμενοι διατηρούν δικαίωμα ένστασης, στο πλαίσιο της οποίας καλούνται να αποδείξουν ότι τα επίμαχα φυτοπροστατευτικά δεν προορίζονταν για τη βιολογική τους έκταση, κάτι που σε πολλές περιπτώσεις είναι τεχνικά εφικτό, καθώς η ίδια εκμετάλλευση μπορεί να συνδυάζει βιολογικά και συμβατικά αγροτεμάχια.
Τι θα γίνει το 2026;
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο την πληρωμή του 2025, αλλά τη συνέχεια. Όσοι παραγωγοί δεν καταφέρουν να τεκμηριώσουν την ένστασή τους και παραμείνουν οριστικά εκτός του οικολογικού σχήματος της βιολογικής, θα κληθούν να αλλάξουν την καλλιεργητική τους στρατηγική στο ΟΣΔΕ του 2026.
Το πιθανότερο σενάριο, με βάση την ίδια τη λογική του συστήματος, είναι μέρος αυτών να στραφεί σε άλλα οικολογικά σχήματα, όπως αυτά που αφορούν πρακτικές γεωργίας ακριβείας, χρήση βιοδιεγερτών ή μειωμένη διασπορά ψεκασμού, στα οποία οι απαιτήσεις τεκμηρίωσης είναι λιγότερο αυστηρές από αυτές της βιολογικής πιστοποίησης και είναι πρακτικές που οι παραγωγοί εφαρμόζουν στους αγρούς τους.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το διακύβευμα. Αν ο αριθμός των νέων αιτήσεων σε αυτά τα εναλλακτικά σχήματα αυξηθεί αισθητά χωρίς αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου προϋπολογισμού ανά δράση, ο ίδιος μηχανισμός που φέτος οδήγησε σε ρεκόρ τιμές λόγω μειωμένων δικαιούχων θα λειτουργήσει αντίστροφα το 2026. Περισσότεροι αιτούντες στον ίδιο προϋπολογισμό σημαίνουν, εξ ορισμού, χαμηλότερο μοναδιαίο ποσό ανά εκτάριο.
Δεν υπάρχει προς το παρόν επίσημη πρόβλεψη του Υπουργείου για τη διαχείριση μιας τέτοιας πιθανής μετατόπισης ζήτησης μεταξύ δράσεων. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν θα υπάρξει σχεδιασμένη ανακατανομή πόρων μεταξύ οικολογικών σχημάτων, αντί για την εκ των υστέρων ανακατανομή που παρατηρήθηκε φέτος.
Η φετινή εικόνα, με μοναδιαίες ενισχύσεις να προσεγγίζουν ή να εξαντλούν το ανώτατο δυνατό όριο, δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως επιτυχία δημοσιονομικής απορρόφησης. Πρέπει να διαβαστεί και ως ένδειξη ενός συστήματος που ανακατανέμει πόρους εκ των υστέρων, ανάλογα με το αποτέλεσμα των ελέγχων, και όχι με βάση έναν εκ των προτέρων σχεδιασμό που να λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη μετακίνηση παραγωγών μεταξύ δράσεων από τη μία χρονιά στην άλλη.
Η θεσμική πρόκληση για το 2026 δεν είναι μόνο η ολοκλήρωση των ελέγχων στα βιολογικά, αλλά ο σχεδιασμός ενός μηχανισμού ανακατανομής που να προβλέψει, και όχι απλώς να καταγράφει εκ των υστέρων, τις μετατοπίσεις ζήτησης μεταξύ οικολογικών σχημάτων.



