Σε νέα φάση πίεσης εισέρχεται η οικονομία της Ευρωζώνης, καθώς τα πρώτα στοιχεία για τον Απρίλιο δείχνουν ταυτόχρονα επιβράδυνση της δραστηριότητας και ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν και το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε αρχίζουν πλέον να αφήνουν σαφές αποτύπωμα.
Η προκαταρκτική μέτρηση του σύνθετου PMI υποχώρησε στις 48,6 μονάδες τον Απρίλιο, κάτω από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει ανάπτυξη και ύφεση, για πρώτη φορά εδώ και 16 μήνες. Η επιδείνωση ήταν ιδιαίτερα έντονη στον τομέα των υπηρεσιών, όπου ο δείκτης δραστηριότητας έπεσε στις 47,4 μονάδες, χαμηλό 62 μηνών.
Αντίθετα, κάπως απροσδόκητα, ο PMI μεταποίησης αυξήθηκε στις 52,2 μονάδες, σημαντικά υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της αγοράς. Παρότι οι συνολικές νέες παραγγελίες μειώθηκαν για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, οι νέες παραγγελίες στη μεταποίηση αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων τεσσάρων ετών.
Ωστόσο, δεδομένων των διαταραχών στην προσφορά που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, φαίνεται πως η μεταποιητική δραστηριότητα στηρίζεται αυτή τη στιγμή κυρίως στη δημιουργία αποθεμάτων, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν κρίσιμες πρώτες ύλες ενόψει πιθανών ελλείψεων.
Δευτερογενείς επιδράσεις, μηδενική ανάπτυξη και ΕΚΤ
«Το κόστος εισροών και οι τιμές πώλησης έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, όχι μόνο ως αντίδραση στο υψηλότερο ενεργειακό κόστος, αλλά και ως αντανάκλαση μιας ευρύτερης ανόδου στις τιμές των εμπορευμάτων, καθώς και της αναντιστοιχίας μεταξύ ζήτησης και περιορισμένης προσφοράς» αναφέρει στην έκθεση για τον PMI ο οικονομολόγος της S&P, Chris Williamson.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά την επιβράδυνση, έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις. Κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει την ΕΚΤ σε τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων αργότερα μέσα στο έτος, σχολιάζουν οι αναλυτές της ING, ώστε να αποτραπεί η παγίωση υψηλότερων πληθωριστικών προσδοκιών.
Υπό το βάρος του ενεργειακού σοκ και των διαταραχών στην πλευρά της προσφοράς, το κόστος εισροών αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2022. Παρά την επιβράδυνση της ανάπτυξης, ο πληθωρισμός στις τιμές παραγωγού έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 37 μηνών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως σημειώνει η ING, καθώς η επικεφαλής της ΕΚΤ είχε δηλώσει στη συνέντευξη Τύπου του Μαρτίου ότι η ΕΚΤ θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις προσδοκίες των επιχειρήσεων για τις τιμές πώλησης.
Από την πλευρά του ο Williamson σχολιάζει ότι «σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με το δυσάρεστο δίλημμα να αποφασίσει αν θα αυξήσει τα επιτόκια απέναντι στην ανησυχητική εικόνα του πληθωρισμού ή αν αυτή η άνοδος των τιμών θα αποδειχθεί προσωρινή και συνεπώς η προσοχή της θα πρέπει να στραφεί στην ανάγκη να αποτραπεί η διολίσθηση της οικονομίας σε βαθύτερη ύφεση. Αν και η αναβολή οποιασδήποτε απόφασης θα μπορούσε να επιδεινώσει οποιοδήποτε από τα δύο σενάρια, θα ήταν κατανοητό οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να τηρήσουν στάση αναμονής έως ότου υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια, τόσο ως προς την εξέλιξη της σύγκρουσης όσο και ως προς την πραγματική κατάσταση της οικονομίας της Ευρωζώνης».
Η Berenberg εκτιμά ότι ο πόλεμος και το ενεργειακό σοκ θα οδηγήσουν σε προσωρινό «πάγωμα» της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Ενώ οι μέσες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 0,2% και 0,3% στο β’ και γ’ τρίμηνο αντίστοιχα, η Berenberg προβλέπει μηδενική ανάπτυξη στο β’ τρίμηνο και 0,2% στο γ’ τρίμηνο.

Παράλληλα, ξεχωρίζει από τα στοιχεία ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στην Ευρωζώνη. Η μετακύλιση του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές εμφανίζεται αισθητά ισχυρότερη στη Γερμανία σε σχέση με τη Γαλλία, στοιχείο που αναμένεται να βρεθεί στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά την Berenberg, το πιθανότερο σενάριο παραμένει η διατήρηση αμετάβλητων επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και νέας ανόδου των τιμών ενέργειας, οι πιέσεις για σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής θα ενισχυθούν.