Η αδειοδότηση της υπόγειας αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο, ανοιχτά της Καβάλας, φέρνει την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη των υποδομών αποθήκευσης CO₂ και ανοίγει μια νέα ενεργειακή αγορά που εκτιμάται ότι θα κινητοποιήσει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ τα επόμενα χρόνια. Το έργο δεν αφορά μόνο την κλιματική πολιτική, αλλά συνδέεται άμεσα με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και με τη δημιουργία νέων ενεργειακών υποδομών που θα επιτρέψουν τη μείωση των εκπομπών της βαριάς βιομηχανίας χωρίς να υπονομευτεί η παραγωγική της βάση.
Οι υποδομές δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS) θεωρούνται κρίσιμες για τη μετάβαση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου η πλήρης απανθρακοποίηση είναι δύσκολη, όπως η τσιμεντοβιομηχανία, η μεταλλουργία και τα διυλιστήρια.
- ΕΕ: Στόχος -90% στις εκπομπές έως το 2040 - Τι σημαίνει για ενέργεια, βιομηχανία και επενδύσεις
- Υδρογονάνθρακες: Στη Βουλή το νομοσχέδιο για τις συμβάσεις σε Κρήτη και Πελοπόννησο - Τι κερδίζει η Ελλάδα
Η αποθήκη CO₂ στον Πρίνο και η επένδυση άνω του 1 δισ. ευρώ
Το έργο αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο αναπτύσσεται από την EnEarth, θυγατρική της Energean, και αξιοποιεί το σχεδόν εξαντλημένο κοίτασμα πετρελαίου στην περιοχή του Πρίνου, στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Καβάλας. Η άδεια αποθήκευσης καλύπτει το συγκρότημα αποθήκευσης για χρονικό διάστημα 25 ετών, ενώ η υπόγεια αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα θα πραγματοποιείται σε γεωλογικούς σχηματισμούς περίπου τρία χιλιόμετρα κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα.
Στην πρώτη φάση του έργου προβλέπεται μέγιστος ρυθμός έγχυσης περίπου 1 εκατομμυρίου τόνων CO₂ ετησίως, με στόχο η μονάδα να τεθεί σε πλήρη λειτουργία πριν από το τέλος της δεκαετίας. Η επένδυση εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ και αποτελεί την πρώτη υποδομή γεωλογικής αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στην Ελλάδα και μία από τις πρώτες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Πώς αποθηκεύεται το διοξείδιο του άνθρακα
Η διαδικασία αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα ξεκινά από τις ίδιες τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπου το CO₂ που παράγεται από καύσεις ή βιομηχανικές διεργασίες δεσμεύεται από τα καυσαέρια μέσω ειδικών τεχνολογιών δέσμευσης άνθρακα. Στη συνέχεια το αέριο συμπιέζεται και μετατρέπεται σε υγροποιημένη μορφή ώστε να μπορεί να μεταφερθεί με ασφάλεια είτε μέσω αγωγών είτε με ειδικά πλοία μεταφοράς CO₂. Το διοξείδιο του άνθρακα οδηγείται στη συνέχεια σε εγκαταστάσεις, όπου διοχετεύεται μέσω γεωτρήσεων σε γεωλογικούς σχηματισμούς σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. Εκεί παγιδεύεται σε πορώδη πετρώματα που καλύπτονται από αδιαπέραστα στρώματα, τα οποία λειτουργούν ως φυσικό γεωλογικό «καπάκι» και αποτρέπουν τη διαφυγή του προς την επιφάνεια.
Η αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα δημιουργεί μια νέα ενεργειακή αλυσίδα αξίας που ξεκινά από τη δέσμευση CO₂ στις βιομηχανικές μονάδες, συνεχίζεται με τη συμπίεση και τη μεταφορά του και ολοκληρώνεται με τη μόνιμη υπόγεια αποθήκευσή του σε γεωλογικούς σχηματισμούς.
Γιατί ο Πρίνος μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο CO₂ στην Ανατολική Μεσόγειο
Η γεωγραφική θέση του Πρίνου δημιουργεί προϋποθέσεις ώστε η αποθήκη CO₂ να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο αποθήκευσης για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια αλλά και στη Νότια Ιταλία αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό κόστος εκπομπών λόγω του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων και αναζητούν λύσεις για τη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα.
Σε πολλές περιπτώσεις οι χώρες αυτές δεν διαθέτουν κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς για μόνιμη αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, γεγονός που δημιουργεί ανάγκη μεταφοράς των εκπομπών σε άλλες περιοχές. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Πρίνος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κόμβος υποδοχής και αποθήκευσης εκπομπών από βιομηχανίες της ευρύτερης περιοχής, ιδιαίτερα εφόσον αναπτυχθούν δίκτυα μεταφοράς CO₂ με πλοία ή αγωγούς.
Για να εξελιχθεί ο Πρίνος σε περιφερειακό κόμβο αποθήκευσης απαιτούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι η αύξηση της δυναμικότητας αποθήκευσης πέρα από το αρχικό επίπεδο του ενός εκατομμυρίου τόνων ετησίως. Η δεύτερη αφορά την ανάπτυξη υποδομών μεταφοράς διοξειδίου του άνθρακα, είτε μέσω θαλάσσιων μεταφορών είτε μέσω αγωγών. Η τρίτη είναι η δημιουργία λιμενικών εγκαταστάσεων για τη φόρτωση και εκφόρτωση υγροποιημένου CO₂. Η τέταρτη αφορά τη διαμόρφωση σταθερού ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για τη διασυνοριακή μεταφορά και αποθήκευση εκπομπών. Η πέμπτη είναι η συμμετοχή μεγάλων βιομηχανικών ομίλων που θα δεσμεύονται να στέλνουν τις εκπομπές τους σε τέτοιες εγκαταστάσεις αποθήκευσης.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική για τα carbon hubs
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την ανάπτυξη υποδομών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα ως βασικό εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ευρώπη θα πρέπει να διαθέτει δυνατότητα αποθήκευσης τουλάχιστον 50 εκατομμυρίων τόνων CO₂ ετησίως έως το 2030 προκειμένου να στηριχθεί η απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας.
Η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα συνδέεται και με μια νέα ενεργειακή αγορά που αναμένεται να κινητοποιήσει σημαντικά κεφάλαια τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και διεθνών ενεργειακών οργανισμών, η αγορά δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂ στην Ευρώπη θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 80 έως 100 δισ. ευρώ επενδύσεων έως το 2040.
Στη Βόρεια Θάλασσα, η Νορβηγία, η Ολλανδία και η Δανία αναπτύσσουν ήδη μεγάλης κλίμακας έργα αποθήκευσης CO₂, μετατρέποντας εξαντλημένα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου σε περιφερειακούς κόμβους αποθήκευσης για ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Στη Νορβηγία, το έργο Northern Lights έχει σχεδιαστεί ώστε να δέχεται εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από βιομηχανίες διαφορετικών χωρών και να τις αποθηκεύει σε βάθος άνω των 2.500 μέτρων κάτω από τον πυθμένα της Βόρειας Θάλασσας, ενώ η συνολική δυναμικότητα αποθήκευσης σχεδιάζεται να αυξηθεί σταδιακά σε αρκετά εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως. Στην Ολλανδία, το έργο Porthos θα μεταφέρει περίπου 2,5 εκατομμύρια τόνους CO₂ τον χρόνο από τις βιομηχανίες του λιμανιού του Ρότερνταμ σε εξαντλημένα κοιτάσματα φυσικού αερίου, ενώ η Δανία προωθεί αντίστοιχα έργα αποθήκευσης στο πλαίσιο της στρατηγικής της για την ανάπτυξη carbon hubs.
Η σύνδεση με το CBAM και τη βιομηχανική πολιτική της ΕΕ
Η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα συνδέεται και με τη νέα βιομηχανική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς τα επόμενα χρόνια τίθεται σε πλήρη εφαρμογή ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM). Ο μηχανισμός αυτός επιβάλλει κόστος άνθρακα σε εισαγόμενα προϊόντα υψηλής έντασης εκπομπών, όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο και το αλουμίνιο, προκειμένου να προστατευθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία από τη λεγόμενη «διαρροή άνθρακα». Σε αυτό το πλαίσιο, τεχνολογίες όπως η δέσμευση και αποθήκευση CO₂ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορούν να επιτρέψουν σε βιομηχανικούς κλάδους να μειώσουν τις εκπομπές τους χωρίς να μεταφέρουν την παραγωγή εκτός Ευρώπης.
Οι εκπομπές της ελληνικής βιομηχανίας
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων (EU ETS), οι μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα εκπέμπουν συνολικά αρκετά εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο. Οι μεγαλύτεροι βιομηχανικοί εκπομποί προέρχονται από κλάδους όπως τα διυλιστήρια, η τσιμεντοβιομηχανία, η μεταλλουργία και η παραγωγή ενέργειας.
Ενδεικτικά, μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα μπορούν να εκπέμπουν από 1 έως και πάνω από 5 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντικό οικονομικό κόστος λόγω των δικαιωμάτων εκπομπών στο EU ETS. Με τις τιμές των δικαιωμάτων να κινούνται τα τελευταία χρόνια στην περιοχή των 70-90 ευρώ ανά τόνο, το κόστος για έναν μεγάλο βιομηχανικό όμιλο μπορεί να φτάνει ή και να ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης CO₂, όπως η αποθήκη στον Πρίνο, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα εργαλεία που θα επιτρέψουν στη βιομηχανία να μειώσει τις εκπομπές της και ταυτόχρονα να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της.