Σταθερά συνεχίζει να αναπτύσσεται η αμερικανική οικονομία, με τους δείκτες ανεργίας να βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα (3,7% τον Ιούνιο), όπως και ο πληθωρισμός. Παράλληλα η Wall Street έχει κατορθώσει να ανακάμψει από τις βαριές απώλειες στις αρχές του έτους σκαρφαλώνοντας σε επίπεδα ρεκόρ, με τον S&P 500 να φτάνει για πρώτη φορά στην ιστορία του τις 3.000 μονάδες την Τετάρτη. Η αμερικανική οικονομία είναι αυτό που αποκαλούμε Goldilocks economy («nothing too hot or too cold and everything just right»), ότι δηλαδή όλα βαίνουν καλώς.

 

Παρόλα αυτά, ο κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, δέχεται ισχυρές πιέσεις τόσο από τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, όσο και από τις χρηματοπιστωτικές αγορές για να μειώσει τα επιτόκια, ώστε να τονωθεί η οικονομία.

Η Fed πιθανότατα θα μειώσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε τρεις εβδομάδες ως «ασφάλεια» απέναντι στην πιθανότητα να καταρρεύσει η οικονομία εξαιτίας της επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης, από την εμπορική διένεξη ΗΠΑ – Κίνας, αλλά αυτό θα αποτελούσε ένα από τα μεγάλα λάθη του κεντρικού τραπεζίτη των ΗΠΑ Τζερόμ Πάουελ.

Μια μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 25 έως 50 μονάδες βάσης συνεπάγεται αύξηση της ρευστότητας χρήματος σε μια οικονομία που ήδη διαθέτει άφθονο. Το προφανές θα ήταν να διατηρήσει η Fed την υπομονετική της στάση με βασικό θεμέλιο τα στοιχεία της απασχόλησης που ήταν ενθαρρυντικά για το μήνα Ιούνιο (224.000 νέες θέσεις εργασίας) και να δρα αντλώντας στοιχεία από την οικονομία.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης που διαχέεται στο τραπεζικό και οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ αλλά και ευρύτερα, εξαιτίας των εμπορικών διενέξεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια μείωση των επιτοκίων που ζητά διακαώς ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος γνωρίζει πολύ καλά τις επιπτώσεις του εμπορικού προστατευτισμού τόσο στις εξαγωγικές βιομηχανίες όσο και στον αγροτικό κόσμο των ΗΠΑ, που τον στήριξε με μεγάλη θέρμη το 2016. Μια μείωση σε αυτό το χρονικό σημείο από μεριάς Fed θα ενθάρρυνε τις πολιτικές που υιοθετεί ο Αμερικανός ηγέτης, δίνοντας του μάλιστα προβάδισμα ενόψει των προεδρικών εκλογών το 2020 ενισχύοντας το προφίλ του, και καρπώνοντας ο ίδιος τα οφέλη από την κόντρα του με τη Fed.

Οι αξιωματούχοι της Fed τον Ιούνιο κατέληξαν στα εξής:

  • η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται πέρα από τη μακροπρόθεσμη τάση της μέχρι τα τέλη του 2020.
  • το ποσοστό ανεργίας θα παραμείνει κάτω από το μακροπρόθεσμο επίπεδο για το προσεχές μέλλον.
  • ο πληθωρισμός θα είναι κοντά στο στόχο του 2%.

Ενώ λοιπόν η Fed βαδίζει προς μια μείωση των επιτοκίων προσπαθώντας να συμβάλει στη στήριξη της ανάπτυξης μέσω μιας χαλαρής νομισματικής πολιτικής, το Πεκίνο έχει στραφεί σε φορολογικά εργαλεία όπως είναι οι μειώσεις φόρων για την τόνωση της οικονομίας.

Ο Larry Hu, επικεφαλής οικονομολόγος της Macquarie, αρμόδιος για θέματα που άπτονται της κινεζικής οικονομίας, δήλωσε ότι δεν περιμένει από την κινεζική κεντρική τράπεζα να ακολουθήσει την Fed στη μείωση του επιτοκίου αναφοράς, δεδομένου ότι τα οικονομικά στοιχεία δεν δείχνουν αρκετή επιβράδυνση για να δικαιολογήσουν μια σημαντική αλλαγή πολιτικής. Παρόλα αυτά μια δημοσκόπηση του Reuters έρχεται να τον διαψεύσει δείχνοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας αναμένεται να επιβραδυνθεί φέτος σε χαμηλό 29 ετών κατά 6,2%, εν μέσω αβεβαιότητας από τη συνεχιζόμενη εμπορική διαμάχη με τις ΗΠΑ.

Η κίνηση του Τζερόμ Πάουελ να προβεί σε μια μείωση των επιτοκίων, πιθανότατα θα δημιουργήσει νέες φούσκες στην αμερικανική οικονομία και θα οδηγήσει τη Wall Street σε ένα τρελό κρεσέντο και «ράλι» που θα ενισχύσει την κερδοσκοπία, με τις ΗΠΑ να έρχονται αντιμέτωπες με μια νέα κρίση. Φυσικά αυτό δε φαίνεται να απασχολεί τον Ντόναλντ Τραμπ, που θα συνεχίσει ακάθεκτος να χαράσει μια γραμμή πολιτικού απομονωτισμού και επιβολής δασμών, «χτυπώντας» την κινεζική οικονομία.