«Το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα και οι επιπτώσεις τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία έχουν αναλυθεί με κάθε λεπτομέρεια. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για τη σημαντικότερη ίσως επίπτωση της υπερδεκαετούς κρίσης, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και στην ελληνική επιχειρηματικότητα και ασφαλώς σε εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά». δήλωσε ο Τάσος Πανούσης, Πρόεδρος της Ένωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις και Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank FPS, μιλώντας στο συνέδριο NPL Summit 2019 με θέμα «Κόκκινα Δάνεια – Ανοίγματα, Πλατφόρμα Οικονομικής». 

«Αν και τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημαντική πρόοδος με αποτέλεσμα από το ιστορικό ρεκόρ των 107 δισ. ευρώ (το 1ο τρίμηνο του 2016), τα κόκκινα δάνεια να μειωθούν κατά 32 δισ. ευρώ και να κυμαίνονται σήμερα σε 75 δισ. ευρώ περίπου, η χώρα μας αποτελεί σε απόλυτα νούμερα την 4η μεγαλύτερη αγορά κόκκινων δανείων στην Ευρώπη.

«Τα μεγέθη αυτά κυριολεκτικά ζαλίζουν, όμως το μείζον ζήτημα είναι πως αν δεν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα, ούτε η οικονομία ούτε το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα μπορέσουν να ανακάμψουν στο βαθμό που απαιτείται για την επιστροφή στην ανάπτυξη και τη δημιουργία προοπτικής για την Ελλάδα».

Είναι γεγονός πως οι συνθήκες στην οικονομία και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα βελτιώνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Οι καταθέσεις επιστρέφουν, η εξάρτηση από το ευρωσύστημα για ρευστότητα μηδενίστηκε, τα spreads των ομολόγων υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διατηρούνται υψηλότερα από τα ελάχιστα απαιτούμενα επίπεδα.

Παρά τη βελτίωση των συνθηκών, οι προκλήσεις παραμένουν. Δεδομένων των δεσμεύσεων που οι τράπεζες έχουν αναλάβει έναντι του SSM για την αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων ως το τέλος του 2021, τα περιθώρια είναι ιδιαίτερα ασφυκτικά. Οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη δέσμευση να μειώσουν τα NPEs κατά 53δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2021, ένας εξαιρετικά φιλόδοξος και απαιτητικός στόχος.

Ακούμε συχνά τον αντίλογο, γιατί δεν μπορούν οι τράπεζες να διαχειριστούν αποδοτικά τα δάνεια αυτά και μπορούν οι servicers.

Η απάντηση είναι απλή:

a) Γιατί οι τράπεζες διέπονται από ένα πολύ αυστηρό εποπτικό πλαίσιο τα περίφημα EBA rules που ορίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

b) Γιατί οι τράπεζες είναι εξειδικευμένες να χρηματοδοτούν την οικονομία και να δέχονται καταθέσεις και όχι να κυνηγούν τα κόκκινα δάνεια. Αντίθετα οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων Δανείων, έχουν συγκεκριμένη εξειδίκευση, Τεχνογνωσία και εργαλεία για να μεγιστοποιήσουν το αποτέλεσμα, ενώ κουβαλούν Ευρωπαϊκή και Διεθνή εμπειρία σε αυτό τον τομέα.

c) Παράλληλα οι τράπεζες θα έχουν πάντα να διαχειριστούν τον ηθικό κίνδυνο ( moral hazard ) και τον κίνδυνο να μολυνθεί το ενήμερο χαρτοφυλάκιο, σε εκτεταμένη εφαρμογή λύσεων με αφέσεις χρέους.

d) Και για να πω μια μεγάλη αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε μα δύσκολα εκφράζεται, οι εταιρείες διαχείρισης εκ της σύστασής τους αλλά και εκ του αντικειμένου τους, δεν έχουν δεσμεύσεις στην ελληνική επιχειρηματική αγορά, γεγονός που καθιστά τη δραστηριότητά τους λιγότερη ευάλωτη σε κάθε είδους παρεμβάσεις.

Ο κ. Πανούσης τόνισε πως «σκοπός μας είναι να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι τράπεζες επαναλαμβάνουν σε κάθε ευκαιρία, και το εφαρμόζουν, ότι κανέναν δεν συμφέρει πχ η διενέργεια πλειστηριασμών σε σπίτια ανθρώπων που έχουν πραγματική οικονομική αδυναμία ή αντιμετωπίζουν άλλα σοβαρά ζητήματα, (π.χ. προβλήματα υγείας).

Ούτε οι τράπεζες, αλλά ούτε και οι Εταιρείες Διαχείρισης θα προβούν σε τέτοιους πλειστηριασμούς δημιουργώντας ή οξύνοντας ένα κοινωνικό πρόβλημα. Ωστόσο, μείζον θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι η αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών που εκμεταλλεύονται το νομικό καθεστώς και τις ελλείψεις του παλαιότερου νομικού πλαισίου, ενεργώντας τελικά εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, εις βάρος των κοινωνικά αδύναμων.

Οι τράπεζες ήδη είναι ιδιαίτερα αποφασιστικές σε περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών, κάτι που ισχύει και για τις Εταιρείες Διαχείρισης και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Ειδικά το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα εργαλεία που έχουμε στη διαθεσή μας για την ανάδειξη των στρατηγικών κακοπληρωτών και αναφέρομαι ειδικά στις νέες δυνατότητες του Ν.3869 για άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου που θα βοηθήσει στην ανάδειξη τέτοιων υποθέσεων».

Στη συνέχεια ο κ. Πανούσης αναφέρθηκε στο σχέδιο «Ηρακλης» που επεξεργάζεται η κυβέρνηση, και κετίμησε ότι θα συμβάλλει στην επιτυχή υλοποίηση των προγραμμάτων/πλάνων τιτλοποιήσεων που έχουν δρομολογηθεί ή δρομολογούνται από τις ελληνικές τράπεζες.

«Η εξέλιξη αυτή θα διευρύνει την αγορά διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επίπεδα που θα ξεπεράσουν τα 80 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια. Γεγονός που θα επηρεάσει ευρύτερα τόσο την απασχόληση στον κλάδο αυτό όσο και τη δομή του.

Σήμερα η αγορά διαχείρισης NPLs απασχολεί άμεσα περί τους 3.000 εργαζόμενους. Ο αριθμός αυτός αναμένεται σύντομα να διπλασιασθεί.

Εκτός από την άμεση απασχόληση, εκτιμάται ότι σημαντική αύξηση της απασχόλησης θα σημειωθεί και πέριξ της ίδιας της αγοράς, σε κλάδους που συνδέονται με υποστηρικτικές υπηρεσίες πχ Συμβούλων, Νομικών υπηρεσιών, λογιστών, Real Estate, μηχανικών και σε πολύ μεγάλο βαθμό θα επηρεάσει θετικά την αγορά ακινήτων και τον κλάδο της οικοδομής, με ευεργετική επίπτωση, πιστεύω, στην οικονομία.

Κωδικοποιώντας τις θετικές επιπτώσεις από την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων για την οικονομία και την αναπτυξιακή της προοπτική, καταλήγουμε σε 6 σημαντικούς άξονες:

  • Θα δώσει την δυνατότητα μέσα από βιώσιμες & μακροπρόθεσμες λύσεις σε χιλιάδες νοικοκυριά να ορθοποδήσουν και να επανενταχθούν στην “τραπεζική κανονικότητα”
  •  Θα επιτρέψει και θα συμβάλλει στην ανάπτυξη των υγιών, με θετικές προοπτικές επιχειρήσεων και θα εντοπίσει επιχειρήσεις που πρέπει να οδηγηθούν σε εκκαθάριση, η διατήρηση των οποίων νοθεύει τον ανταγωνισμό και κρατά εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους σε ομηρεία.
  • Μέσα από βιώσιμες λύσεις πολλά δάνεια που βρίσκονται σήμερα σε καθυστέρηση θα μετατραπούν σε ενήμερα, προς όφελος της ίδιας της επιχείρησης, των εργαζομένων της και των προοπτικών της, αλλά και του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας.
  • Θα δημιουργήσει ευκαιρίες απασχόλησης σε χιλιάδες στελέχη, νέα αλλά και πιο έμπειρα προερχόμενα κυρίως από το τραπεζικό σύστημα το οποίο ήδη μετασχηματίζεται στο πλαίσιο των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων.
  •  Θα δώσει ώθηση στην οικονομία μέσα από άμεσες ξένες επενδύσεις που θα κατευθυνθούν είτε σε αγορές ελληνικών περιουσιακών στοιχείων είτε στην αγορά διαχείρισης των προβληματικών δανείων και θα δράσει ενισχυτικά στην αγορά ακινήτων, όπου αναμένεται σημαντική αύξηση επενδύσεων είτε για αγορά είτε επισκευή και αναβάθμιση των ακινήτων αυτών.
  • Τέλος θα συμβάλλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση του λεγόμενου ηθικού κινδύνου (moral hazard) απομακρύνοντας τον κίνδυνο «μόλυνσης» των ενήμερων δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

Ειδικά αυτό το τελευταίο, θα αποτρέψει τη δημιουργία «νέας γενιάς» κόκκινων δανείων αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το πρόβλημα των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα, είναι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο». Κρατά τις τράπεζες δέσμιες, δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση με ανταγωνιστικούς όρους της οικονομίας, διατηρεί τον σκεπτικισμό στις αγορές, δυσκολεύει την επιστροφή στην κανονικότητα».

Τέλος ο κ. Πανούσης επεσήμανε πως «οι προκλήσεις είναι μεγάλες και διευρύνονται πέραν όσων δεινών μας κληροδότησε η κρίση. Εμείς όχι μόνο πρέπει να βγάλουμε τον ελέφαντα από το δωμάτιο αλλά και να αναπτύξουμε ταχύτερο βηματισμό, να αντιμετωπίσουμε τις ραγδαίες αλλαγές που διαμορφώνουν διεθνώς νέα απαιτητικά δεδομένα, να πείσουμε τις αγορές πως μπορούν να μας εμπιστευθούν ξανά δίνοντας την απαραίτητη ώθηση στην οικονομία μας.

Τα πρωτοφανές μέγεθος των επισφαλών δανείων, δημιουργεί ασφυξία στην οικονομία η οποία παρά τις βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί, χρειάζεται ακόμη γενναίες μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες μετασχηματισμού του επιχειρηματικού και λειτουργικού μοντέλου.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Για να μετατραπούν τα κόκκινα δάνεια από βαρίδι, σε πλατφόρμα υγιούς οικονομικής ανάπτυξης, η λύση είναι μια, να απαλλάξουμε την οικονομία μας από αυτά».