Tα «χρυσά» exits της ελληνικής startups σκηνής

startup

Τα βλέμματα ξένων επενδυτών συνεχίζει να τραβά η εγχώρια startup σκηνή. Ποια είναι όμως τα deals που έχουν γράψει ιστορία στο ελληνικό οικοσύστημα

«Μαγνήτης» επενδυτών γίνεται η ελληνική startup σκηνή παρά την πανδημία του κορονοϊού και την οικονομική δυσπραγία που την συνοδεύει, αυξανοντας αισθητά τη λίστα με τις ελληνικές startups που εξαγοράστηκαν έναντι πολλών εκατομμυρίων ευρώ. 

Το delivery αλλά ελληνικά κατακτά τους Γερμανούς

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα που φιγούραρε στους πυχιαίους τίτλους των εγχώριων αλλά και των διεθνών Μέσων αφορά στην εξαγορά της ελληνικής startup Instashop από την Delivery Hero έναντι του αστρονομικού, για τα ελληνικά δεδομένα, ποσού των 360 εκατ. ευρώ. 

Η Delivery hero, η οποία εδώ και χρόνια προσπαθεί να κυριαρχήσει στην αγορά της παράδοσης φαγητού και τροφίμων παγκοσμίω για μια εταιρεία αποφάσισε να επενδύσει στην ελληνική εφαρμογή η οποία δίνει την δυνατότητα στους χρήστες να δίνουν παραγγελίες σε σούπερ μάρκετ και τοπικά καταστήματα και να λαμβάνουν τα προϊόντα που παρήγγειλαν σε συγκεκριμένη ώρα, 30 μόλις λεπτά αφότου καταχωρήσουν την παραγγελία τους.

Η ιδέα του Γιάννη Τσιώρη, ενός εκ των ιδρυτών της InstaShop, να καλύψει το κενό στις διαδικτυακές αγορές τροφίμων, υλοποιήθηκε το 2015, με την βοήθεια της Ιωάννας Αγγελιδάκη, και η απήχησή της ήταν τέτοια που η πρώτη συμφωνία με σούπερ μάρκετ κλείστηκε προτού είναι καν να είναι έτοιμη η εφαρμογή.

Η ολιγομελής τότε ομάδα κατάφερε σχετικά γρήγορα να κερδίσει και το ενδιαφέρον των επενδυτών. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία της εφαρμογής, το VentureFriends, των Απόστολου Αποστολάκη και Γιώργου Δημόπουλου αλλά και η επενδυτική εταιρεία του Ντουμπάι, Jabbar χρηματοδότησαν την ιδέα. Οι 2 επενδυτές, VentureFriends, και Jabbar, συνέχισαν να στηρίζουν την InstaShop καθώς αναπτυσσόταν ραγδαία από κάποιες εκατοντάδες παραγγελίες ημερησίως σε μία χώρα, σε δεκάδες χιλιάδες σε 5 χώρες, και εξελισσόταν σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη του αραβικού κόσμου στο χώρο του on-demand grocery. Μάλιστα η InstaShop δεν χρειάστηκε σημαντική υποστήριξη και κεφάλαια, αφού η ομάδα κατάφερε να δημιουργήσει μια μεγάλη, γρήγορα αναπτυσσόμενη, και κερδοφόρα startup εταιρεία μέσα σε μόλις 5 χρόνια, με συνολική επένδυση ύψους μόλις 7 εκατ. δολάρια.

Πλέον το InstaShop έχει εξελιχθεί σε μια ολοκληρωμένη διαδικτυακή αγορά ειδών παντοπωλείου, που που εκτείνεται από σούπερ μάρκετπαντοπωλεία και καταστήματα τροφίμων, έως φαρμακείαpet shops και καταστήματα πώλησης ειδών σπιτιού. Στόχος του είναι να συνεχίσει να διευκολύνει την καθημερινότητα του καταναλωτή αλλά και να εξασφαλίσει σε τοπικά καταστήματα λιανικής πρόσβαση σε ένα αναξιοποίητο εμπορικό «κανάλι», αυτό των διαδικτυακών αγορών, το οποίο ενόψει κορονοϊού έχει εκτιναχθεί. 

Μάλιστα η ελληνική startup σκηνή έχει κεντρίσει και στο παρελθόν το ενδιαφέρον των Γερμανών της Delivery Hero όταν το 2014 εξαγόρασε το ελληνικό E-Food.gr, δαπανώντας – σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, περί τα 10 εκατ. ευρώ.  Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με την εξαγορά της τουρκικής Yemeksepeti, η οποία απέκτησε τον αμέσως επόμενο χρόνο την Clickdelivery.gr έναντι ποσού πέριξ των πέντε εκατ. ευρώ, τους κατέστησε απόλυτους κυρίαρχους στο χώρο του εγχώριου online delivery.

Ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική καινοτομία από την Microsoft

Ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική καινοτομία από την Microsoft

Λίγο νωρίτερα μέσα στο έτος βέβαια, επιβεβαιώθηκαν και οι  φήμες για την εξαγορά της SoftoMotive  από τον Κολοσσό της Microsoft. Η ελληνικών συμφερόντων εταιρεία η οποία εξειδικεύεται στον τομέα της ρομποτικής αυτοματοποίησης διεργασιών (RPA) έδωσε τα χέρια με την Microsoft τον Μάιο του 2020 και πλέον τα προϊόντα της έχουν ενταχθεί στο Microsoft Power Automate. Το ποσό της συγκεκριμένης εξαγοράς παραμένει άγνωστο, ωστόσο ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες κάνουν λόγο για ποσό που προσεγγίζει τα 100 εκατ. ευρώ. 

Η ελληνικών συμφερόντων Softomotive ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2005, από δύο απόφοιτους του τμήματος Πληροφορικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ,τον Μάριο Σταυρόπουλο και Αργύρη Κανίνη και δραστηριοποιείται στην ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά της αυτοματοποίησης υπολογιστικών διεργασιών (RPA). 

Τα βασικά της προϊόντα είναι οι δύο πλατφόρμες ανάπτυξης και διαχείρισης των bots (τα συστήματα δηλαδή που πραγματοποιούν με την βοήθεια της τεχνιτής νοημοσύνης αυτοματοποιημένες εμπορικές διαδικτυακές συναλλαγές, εξοικονομώντας ανθρώπινο δυναμικό, χρόνο και χρήμα σε κάθε επιχείρηση) : το «ProcessRobot» που απευθύνεται σε μεγάλες επιχειρήσεις και το «WinAutomation» για μικρομεσαίες εταιρείες.

Ως μια από τις πρωτοπόρες εταιρείες του τομέα RPA κατάφερε μέσα σε μια δεκαετία σχεδόν να την εμπιστεύονται περισσότερες από 7.000 εταιρείες σε όλο τον κόσμο, διαφόρων μεγεθών και κλάδων. Την ραγδαία ανάπτυξή της αποτυπώνει και ο κύκλος εργασιών της ο οποίος το 2017 έκλεισε λίγο πάνω από τα 3 εκατ ευρώ (3.084.339) από τις 981.152 ευρώ που ήταν το 2016.

Την επόμενη χρονιά μάλιστα, το 2018, η εταιρεία μετέφερε την έδρα της στο Λονδίνο κι επέκτεινε τις δραστηριότητες της σε περισσόερες ξένες αγορές, όπως αυτή της Αμερικής και της Ασίας, χάρη στην χρηματοδότηση ύψους 25 εκατ. δολαρίων (21,7 εκατ. ευρώ) που άντλησε από την Grafton Capital, το βρετανικό fund που πραγματοποιεί επενδύσεις μειοψηφικής συμμετοχής σε ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες λογισμικού που εδράζονται ανά την Ευρώπη. Με την επένδυση στην ελληνική Softomοtive – η οποία θα πραγματοποιήθηκε μέσω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης – η Grafton Capital απέκτησε το 25% των μετοχών της εταιρείας ενώ το υπόλοιπο 75% παρέμεινε στους ιδρυτές της.

Σήμερα, η εταιρεία πέρα από το Λονδίνο διαθέτει γραφεία σε Αθήνα, Νέα Υόρκη και Ινδία κι ανταγωνίζεται με επιτυχία εταιρείες, όπως η Automation Anywhere Inc. και η UiPath, η αξία της οποίας έχει αποτιμηθεί κοντά στα 7 δισ. δολάρια. Πλέον το πελατολόγιό της ξεπερνά τις 8.000 επιχειρήσεις διεθνώς από τον κλάδο της υγειονομικής περίθαλψης, των τραπεζών, των ασφαλίσεων και των τηλεπικοινωνιών, μεταξύ των οποίων και ηχηρά όνόματα όπως IBM, Xerox, DT, KPMG κ.ά.

H Silicon Valley επισκέπτεται την Πάτρα

H Silicon Valley επισκέπτεται την Πάτρα

Στη λίστα με τα χρυσά exit προστέθηκε πρόσφατα και η η εκ Πάτρας ορμώμενη Think Silicon η οποία εξαγοράστηκε από τον – εισηγμένο στον NASDAQ – αμερικανικό Όμιλο AppliedMaterials. Το τίμημα της εξαγοράς το οποίο δεν έχει επιβεβαιωθεί από τα εμπλεκόμενα μέρη, κινείται σύμφωνα με πηγές του οικοσυστήματος μεταξύ 20 και 40 εκατ. ευρώ, κάτι δηλαδή μεταξύ της τιμής εξαγοράς της  Beat του Νίκου Δρανδάκη από την Daimler (40,48 εκατ. ευρώ) και της Innoetics του Αιμίλιου Χαλαμανδάρη από τη Samsung (20 εκατ. ευρώ).  

Η Think Silicon ιδρυθείσα το 2007 από τους Γεώργιο Σιδηρόπουλο και Ιάκωβο Σταμούλη, δραστηριοποιείται στη σχεδίαση και υλοποίηση υψηλής απόδοσης 2D και 3D Μονάδων Επεξεργασίας Γραφικών (Graphics Processors Units ή GPUs) και Ελεγκτών Οθόνης (Display Processors/Controllers) για την αναδυόμενη αγορά του Internet of Things (IoT) και των φορητών συσκευών (wearables). Οι επεξεργαστές της εταιρείας αποτελούν ολοκληρωμένες λύσεις καθώς συνοδεύονται από το απαιτούμενο λογισμικό και έχουν πολύ χαμηλή κατανάλωση ενέργειας, καταλαμβάνουν πολύ μικρή επιφάνεια και έχουν εξαιρετικά χαμηλές απαιτήσεις μνήμηw ενώ η εταιρεία εξειδικεύεται και στο σχεδιασμό Machine Learning Accelerators για την αγορά της τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence).

Σε αυτά τα χρόνια έχει λάβει κεφάλαια ύψους άνω των τριών εκατ, ευρώ, τόσο από τη Metavallon και ακόμη δύο ιδιώτες επενδυτές, όσο και – κυρίως - από ευρωπαϊκά και ελληνικά ερευνητικά προγράμματα, ενώ εξίσου σημαντική υπήρξε και η συνεισφορά των ίδιων των ιδρυτών.

Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία στο τιμόνι της Beat

Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία στο τιμόνι της Beat

Φυσικά από την λίστα με τα πιο σημαντικά – από πλευράς τιμήματος - «exits» στην ελληνική startup σκηνή δεν θα μπορούσαμε να παραλειψουμε την περίφημη TaxiBeat, νυν Beat, του Νίκου Δρανδάκη, η οποία εξαγοράστηκε από τον γερμανικό κολοσσό της Daimler-Benz έναντι περίπου 43 εκατ. ευρώ. Η εφαρμογή που ιδρύθηκε το 2011 από τον Νίκο Δρανδάκη δραστηριοπούνταν την περίοδο της εξαγοράς σε Ελλάδα και στο Περού και στην περίπτωση της χώρας μας διέθετε μια βάση 8.000 εγγεγραμμένων οδηγών ταξί, ενω χρησιμοποιύνταν από περίπου 540.000 πελάτες.

Η νότια Κορέα την «ακούει» με την ελληνική φωνητική τεχνολογία 

Η νότια Κορέα την «ακούει» με την ελληνική φωνητική τεχνολογία 

Ένα ακόμα success story που έκανε αίσθηση στην ελληνική startup σκηνή, ήρθε τον Ιούλιο του 2017, όταν ο νοτιοκορεατικός κολοσσός της Samsung Electronics ξεχώρισε κι εξαγόρασε το 100% της Innoetics, μιας εταιρείας που δραστηριοποιείται στις τεχνολογίες μετατροπής κειμένου σε ομιλία.

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2006 ως τεχνοβλαστός (spin-off) του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά». Οι έξι ερευνητές – ιδρυτές της εταιρείας έχουν ως στόχο την εξέλιξη και τη μέγιστη αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους στις τεχνολογίες φωνής

Στόχος της εξαγοράς όπως είχε ανακοινωθεί τότε είναι η Innoetics να συνεχίσει την ανάπτυξη πρωτοποριακού λογισμικού για την επέκταση της χρήσης φωνητικής αλληλεπίδρασης με καθημερινές τεχνολογίες, όντας πλέον ανεξάρτητη θυγατρική της Samsung και διατηρώντας τη λειτουργία της στην Αθήνα.

Αν και το ακριβές ποσό της εξαγοράς δεν έχει ανακοινωθεί, κύκλοι της επιχειρηματικής κοινότητας αναφέρουν πως κυμάνθηκε γύρω στα 20 εκατ. ευρώ. 

Η ελληνοκυπριακή διαφήμιση κερδίζει την Γερμανία

Η ελληνοκυπριακή διαφήμιση κερδίζει την Γερμανία

Το δικό της στίγμα στη λίστα με τα success stories της ελληνικής επιχειρηματικής σκηνή άφησε τον προηγούμενο χρόνο και η Avocarrot η οποία κατάφερε να σηκώσει το ποσό των 18 εκατ. δολαρίων και να εξαγοραστεί από την Glispa Global Group.

Η εταιρεία που ιδρύθηκε από τους Κωνσταντίνο Χρίστου, Γιώργο Ηρακλέους, Γιώργο Μακκούλη και Παναγιώτη Παπαγεωργίου, φίλους από το κολλέγιο και τον στρατό, κατάφερε, να προσελκύσει τους διεθνείς επενδυτές μέσω των διαφημίσεων που εντάσσονται στο περιεχόμενο και την αισθητική των κινητών εφαρμογών με μόνη διαφορά τη σήμανση ως «sponsored». Η Avocarrot είχε χρηματοδοτηθεί το 2015 με 2 εκατ. δολλάρια από το Odyssey Jeremie Partners Odyssey Ventures, την Darling Ventures και τους ιδιώτες επενδυτές Γιώργο Ζαχαρία, Θάνο Τριαντ και Andy Porteous, ενώ μετά την εξαγορά της συνεχίζει να λειτουργεί αυτόνομα από την Αθήνα.

Η Glispa, μάλιστα, φέρεται προτιθέμενη να επενδύσει στο ελληνικό γραφείο της Avocarrot, δημιουργώντας έτσι νέες θέσεις εργασίας για Έλληνες στο χώρο της τεχνολογίας.

Το ελληνικό gaming παίζει μπάλα στην Αυστρία

Το ελληνικό gaming παίζει μπάλα στην Αυστρία

H ισχυρή προοπτική ανάπτυξης των τυχερών παιχνιδιών μέσω των χώρων κοινωνικής δικτύωσης (social media) είε οδηγήσει τον αυστριακό κολοσσό Νοvomatic να εξαγοράσει την ελληνικών συμφερόντων AbZorba για το ποσό των 7 εκατ. ευρώ σύμφωνα με πληροφορίες. Η τεχνολογία της που επέτρεπε τη διεξαγωγή παιχνιδιών μέσω των social media (π.χ., Facebook) με εξειδίκευση τα παιχνίδια καζίνων κατάφερε να κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους στο χώρο του gaming, της Novomatic.

Η AbΖorba ιδρύθηκε ένα καυτό καλοκαίρι του 2011 στην Ελλάδα, και ονομάστηκε έτσι ώστε να αναδεικνύεται η ελληνική καταγωγή της και παράλληλα η επιχειρηματική ιδέα της. Οι συνιδρυτές ωστόσο, Δημήτρης Τσίγκος, πρόεδρος, ο κ. Andrew Hughes, διευθύνων σύμβουλος, και ο κ. Μάνος Μοσχούς, βασικός δημιουργός των πρώτων παιχνιδιών, μετέφεραν αργότερα την έδρα της στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ).

Η πλήρης εξαγορά της AbZorba πραγματοποιήθηκε από τη θυγατρική της Novomatic, την Greentube Internet Entertainment Solutions.  Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί ότι η αυστριακή Novomatic αποτελεί μια  βαριά βιομηχανία του gaming με εξειδίκευση στην παραγωγή VLTs δραστηριοποιείτα σε περισσότερες από 50 χώρες, απασχολεί πάνω από 20.000 εργαζόμενους και ο τζίρος που ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ.

Τα ελβετικά ρολόγια δείχνουν ώρα Ελλάδας

Τα ελβετικά ρολόγια δείχνουν ώρα Ελλάδας

Η Antcor, ξεκίνησε το 2004 από την Πάτρα και μετακόμισε το 2006 στην Αθήνα. Οκτώ χρόνια μετά εξαγοράστηκε έναντι 8,5 εκατ. ευρώ από την u-blox, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Ελβετίας, με κεφαλαιοποίηση που ξεπερνούσε τα 600 εκατ. ευρώ.

Η Antcor η οποία σχεδίαζε και προωθούσε το λογισμικό για μικροεπεξεργαστές ασύρματων δικτύων wi-fi είχε λάβει σε αυτά τα χρόνια πάνω από 1 εκατ. ευρώ χρηματοδότησης από την ελληνική Attica Ventures και 1,5 εκατ. από την εισηγμένη στο NASDAQ εταιρεία CEVA, ενώ είχε αναδειχτεί σε μία από τις πολλά υποσχόμενες νέες εταιρείες του κλάδου της.

Το Χονγκ Κονγκ αγοράζει Ελλάδα

Το Χονγκ Κονγκ αγοράζει Ελλάδα

Η Crypteia Networks δημιουργήθηκε το 2012 και με έδρα το Περιστέρι αναπτύσσει εταιρικές λύσεις ασφαλείας στο cloud για τον εντοπισμό και την αποτροπή σε τρέχοντα χρόνο κινδύνων όπως κλοπή δεδομένων ή κυβερνοεπιθέσεων.

Ο κλάδος της ασφάλειας είναι ένας από τους μεγαλύτερους σε μέγεθος και αξία στην ψηφιακή οικονομία και η ελληνική εταιρεία προσέλκυσε το ενδιαφέρον της PCCW, επιχειρηματικής μονάδας με διεθνή παρουσία της μεγαλύτερης εταιρείας τηλεπικοινωνιών στο Χονγκ Κονγκ, HKT

Η εταιρεία και η ομάδα της απορροφήθηκε από την PCCW για ποσό που δεν δημοσιοποιήθηκε, αλλά εκτιμάται κοντά στα 10 εκατ. ευρώ με την προϋπόθεση να παραμείνουν στην Ελλάδα, λειτουργώντας ως αυτόνομη θυγατρική, διατηρώντας το όνομα και την μπράντα της αλλά  αξιοποιώντας το διεθνές πελατολόγιο της PCCW. Την στιγμή της εξαγοράς η Crypteia Networks αριθμούσε πάνω από 150 πελάτες σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, αλλά και η Ελλάδα.

Η ελληνική ανάλυση σφαλμάτων κερδίζει τον «Νέο Κόσμο»

Η ελληνική ανάλυση σφαλμάτων κερδίζει τον «Νέο Κόσμο»

Τον Σεπτέμβριο του 2013, δύο χρόνια μετά τη σύσταση της εταιρείας BugSense, οι ιδρυτές Γιάννης Βλαχογιάννης και Παναγιώτης Παπαδόπουλος είδαν ότι η επιλογή τους να δημιουργήσουν ένα εργαλείο που να συλλέγει και να αναλύει αναφορές σφαλμάτων από εφαρμογές σε κινητά δεν πέρασε απαρατήρητη. Η εισηγμένη στον Nasdaq Splunk Inc. αναγνώρισε την αξιοπιστία της δουλειάς τους και προχώρησε στην εξαγορά της ελληνικής startupέναντι σχεδόν 7 εκατ. ευρώ.

Η BugSense έχει έδρα στη Αθήνα, γραφείο στο Σαν Φρανσίσκο και πελάτες εταιρείες όπως Samsung, VMWare, Skype, Instagram, Shazam και SoundCloud.

BEST OF INTERNET

ΑΡΧΙΚΗ