Σε ανοδική πορεία βρίσκεται ο κλάδος της παραγωγής αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα και ενώ φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την κατοχύρωση ονομασίας προέλευσης των Ελληνικών Αποσταγμάτων στην ΕΕ.

Όπως επεσήμανε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων ποτών,  Νίκος Καλογιάννης κατά τη διάρκεια ενημερωτικής συνάντησης για την πορεία του κλάδου «μια σημαντική προσπάθεια του κλάδου καρποφόρησε πριν 30 χρόνια με την κατοχύρωση της ονομασία προέλευσης για το ούζο και τσίπουρο/τσικουδιά από την ΕΕ. Σήμερα, 15 ελληνικά αποστάγματα προστατεύονται στην ΕΕ . Ελπίζουμε ότι ο κατάλογος αυτός θα αυξηθεί στην πορεία των χρόνων που ακολουθούν. Τα ελληνικά αποστάγματα αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν προϊόντα ταυτότητας της ελληνικής ποτοποιίας αποσταγματοποιίας».

Η δραστηριότητα της εγχώριας ποτοποιίας, σύμφωνα με τον ΣΕΑΟΠ ,τα τελευταία χρόνια εμφανίζει άνοδο, ξεπερνώντας την παραγωγή που είχαμε προ κρίσης και φτάνοντας τα τελευταία χρόνια περίπου τα 67 εκατ. φιάλες καθαρής αλκοόλης.

ΣΕΑΟΠ 1

Οι εξαγωγές παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο καθώς το 67% της παραγωγής εξάγεται. Την τελευταία πενταετία παρουσιάζεται αύξηση των εξαγωγών (σε όγκο) της τάξης του 10,5%. Οι σημαντικότερες χώρες (σε όγκο) όπου εξάγουμε αποστάγματα είναι: Γερμανία 49%, Ιράκ 14%, Βουλγαρία 6%, Ολλανδία 5%, Τσεχία 4%. Η Ευρώπη παραμένει ο κυριότερος προορισμός των ελληνικών αλκοολούχων ποτών σε ποσοστό 80% επί του συνόλου των εξαγωγών φτάνοντας για το 2018 (σε αξία) τα 59 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με τον ΣΕΑΟΠ, τα έσοδα από τις εξαγωγές ελληνικών αποσταγμάτων είναι περίπου ίδιο με εκείνα των οίνων χωρίς, όπως επισημαίνει, ο κλάδος να έχει την αντίστοιχη υποστήριξη από το ελληνικό κράτος.

ΣΕΑΟΠ

Ούζο, ο μεγάλος πρωταγωνιστής

Το ούζο αναδεικνύεται στον μεγάλο πρωταγωνιστή του κλάδου της ελληνικής παραγωγής ποτών καθώς φτάνει το 64% στο σύνολο όλων των ποτών που παράγουμε στη χώρα μας. Στην ελληνική αγορά το ούζο καταλαμβάνει το 51% του συνόλου των ελληνικών παραγομένων προϊόντων.

Στο εξωτερικό, έχει πλέον καθιερωθεί ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία, ενώ αποτελεί διαχρονικά το καλύτερο εξαγόμενο προϊόν της ελληνικής ποτοποιίας,  καταλαμβάνοντας το 2018, το 72% (σε ποσότητα) του συνόλου του όγκου εξαγωγών.

Ενδεικτικά, όπως ανέφερε ο κ. Καλογιάννης,  στη Γερμανία το ούζο βρίσκεται σε περίπου 6.000 εστιατόρια. Παράλληλα σημαντική είναι και η ποσότητα ελληνικού ούζο που εισάγεται στη χώρα. Συγκεκριμένα  ενώ οι εισαγωγές σε βότκα και ρούμι φτάνουν τα 2 εκατ. κιβώτια και σε τζίν τα 1,2 εκατ. κιβώτια, οι Γερμανοί κάνουν και εισαγωγή 1,3 εκατ. κιβωτίων ούζου από την Ελλάδα.

Από την άλλη πλευρά το τσίπουρο και  η τσικουδιά εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια μικρή μεν αλλά σταθερή αύξηση και προσπαθούν να εδραιωθούν στην ελληνική αγορά. Η αγορά του τσίπουρου το 2018 αυξήθηκε κατά 4,3% σε σχέση με το 2017.

Φορολόγηση και λαθρεμπόριο πλήττουν την αγορά αποσταγμάτων

Σύμφωνα με τον ΣΕΑΟΠ, ήδη ο φόρος στον κλάδο είναι πολύ υψηλός και λειτουργεί σαν κίνητρο λαθρεμπορίας από διάφορα κυκλώματα. Έτσι, όπως επισημαίνεται, είναι γεγονός ότι η αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο τσίπουρο θα επηρεάσει την αγορά. Συνήθως, η εφαρμογή του φόρου θα πλήξει πρωτίστως αυτούς που τον πληρώνουν δηλαδή τους επίσημους αποσταγματοποιούς, που είναι υπό συνεχή έλεγχο από Τελωνείο, Χημείο, ΣΔΟΕ κλπ.

Το σημαντικότερο όμως απ’ όλα, όπως σημειώνουν, είναι ότι ενδέχεται να υπάρξει έξαρση της αισχροκέρδειας και του λαθρεμπορίου μέσα από τη διακίνηση χύμα προϊόντων ως αποσταγμάτων διήμερων αποσταγματοποιών. Κάτι που αυξάνει και τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Για το λόγο αυτό ο Σύνδεσμος υποστήριζε και υποστηρίζει τη διατήρηση του ΕΦΚ σε επίπεδα που δεν δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά. Γίνεται λόγος επίσης, για τη διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ ούζου και τσίπουρου.

Ο κ. Καλογιάννης διευκρινίζει : «Η Οδηγία 92/83 ΕΟΚ (άρθρο 23) που προβλέπει μειωμένο συντελεστή για το ούζο, προβλέπει επίσης μειωμένο συντελεστή για 1 ακόμη προϊόν (το γαλλικό Ρούμι από τα υπερπόντια διαμερίσματα της χώρας). Η απόφαση εκείνη ήταν αδιαμφισβήτητη επιτυχία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Ελλάδα προσπάθησε και για τα δύο προϊόντα αλλά δεν μπόρεσε να γίνει εφικτό. Από τότε, η συγκεκριμένη οδηγία δεν ξανασυζητήθηκε για να προσθέσουμε και το τσίπουρο καθώς η όποια απόφαση για αλλαγή της θέλει ομοφωνία μεταξύ των κρατών μελών.

 Έτσι τυπικά το τσίπουρο δεν έχει επίσημα νομοθετηθεί για να έχει τον μισό φόρο για αυτό και η ΕΕ ζητάει να περάσει στον ολόκληρο φόρο δηλαδή να ακολουθηθεί αυστηρά η νομοθεσία, όπως έκανε και σε αντίστοιχες περιπτώσεις σε άλλες χώρες όπως πχ. στην Ουγγαρία με την Palinka. Αυτό φυσικά δεν το υποστηρίζει ο ΣΕΑΟΠ ο οποίος υποστηρίζει ισότιμα και τα δύο αποστάγματα, θεωρώντας πως έχουν κοινό παραδοσιακό χαρακτήρα -Τα ίδια μέλη του συνδέσμου παράγουν και τα δύο αποστάγματα (ούζο – τσίπουρο)».