«Η κυβέρνηση δεν θέλει να πετύχει την ανάπτυξη μέσω χαμηλότερων πλεονασμάτων αλλά κυρίως μέσα από μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα κινητοποιήσουν ιδιωτικές επενδύσεις» είπε ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης απαντώντας σε ερωτήσεις  ως προσκεκλημένος σε πάνελ συνεδρίου του Economist.  

Ωστόσο, ξεκαθάρισε πως η αναπτυξιακή διαδικασία δεν θα πρέπει να συμπιέζεται από πάρα πολύ υψηλά πλεονάσματα.

Η θέση της κυβέρνησης είπε θα είναι σταθερή και μετρημένη. Χωρίς υπερβολικές κινήσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, επαναλαμβάνοντας τη θέση της χώρας για «μικρά, σταθερά, μετρημένα βήματα» στο δημοσιονομικό πεδίο.

Ξεκαθάρισε απαντώντας σε ερωτήσεις που έγιναν στο πάνελ πως τα χαμηλότερα πλεονάσματα και ο υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης είναι η συνταγή για βιώσιμο χρέος.

Είπε πως ο προϋπολογισμός της χώρας ξεπέρναγε το στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων τα προηγούμενα χρόνια, η επίδοση ήταν πιο υψηλή από ότι είχε συμφωνηθεί (σ.σ. 3,5% του ΑΕΠ). Και έτσι «έχουμε καταφέρει να διατηρήσουμε τους στόχους και τη δομή του προϋπολογισμού.

Ανέφερε τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν από την Ευρώπη για την δημοσιονομική πορεία μετά την πανδημία και επανέλαβε πολλές φορές πως «στόχος μας είναι να μη χάσουμε κανέναν από τους στόχους θα εφαρμοστούν από το 2023 και μετά». Είπε πως είναι πάρα πολύ σημαντικό, θέλουμε να έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε το ίδιο φυσικό περιβάλλον με την υπόλοιπη ΕΕ «επειδή θέλουμε να καλύψουμε το επενδυτικό κενό».

«Δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα μετά την πανδημία, αλλά θέλουμε να τηρήσουμε τους στόχους που θα αποφασιστούν» είπε. Αναφέρθηκε στο διασφαλισμένα χαμηλό κόστος αποπληρωμής του ελληνικού χρέους. Μίλησε και για συναίνεση και σε επίπεδο ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής αφού «δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις σε όλο το πολιτικό φάσμα που να παρέχουν κάποια άλλη λύση από την τη δημοσιονομική βιωσιμότητα». Θα «ακολουθήσουμε δημοσιονομικά υπεύθυνη στάση και αυτό είναι ξεκάθαρο» επανέλαβε και έφερε πως παράδειγμα το γεγονός ότι στο πλαίσιο της πανδημίας  όλα τα μέτρα είναι στοχευμένα και αυστηρά συνδεδεμένα με τη διάρκεια της πανδημίας και την επόμενη ημέρα, «όλα τα μέτρα που θα οριστικοποιηθούν σε σχέση φόρους κεφαλαίου και εργασίας θα είναι μετά από συζήτηση με τα με τους θεσμούς».

Χαμηλότερα πλεονάσματα για ανάπτυξη και μείωση επενδυτικού κενού

Την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους μέσω χαμηλότερων πλεονασμάτων και υψηλότερου ρυθμού ανάπτυξης, ο οποίος θα τονωθεί από μία μεγάλη επενδυτική δραστηριότητα μέσω της οποίας θα καλυφθεί και το επενδυτικό κενό που αντιμετωπίζει η χώρα, περιέγραψε ο aναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών κατά την αρχική ομιλία του.

Μιλώντας για τις εκθέσεις βιωσιμότητας χρέους που προέβλεπαν πολύ χαμηλή ανάπτυξη και πολύ υψηλά πλεονάσματα,  είπε πως «εμείς πιστεύουμε ότι η λύση για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι μικρότερα πλεονάσματα και υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης».

Πρόσθεσε πως  πιο σημαντική είναι η κάλυψη του επενδυτικού κενού που αντιμετωπίζει η Ελλάδα για τρεις λόγους τους οποίους απαρίθμησε:

*Ο πρώτος λόγος είναι και «έχει λυθεί εν μέρει σήμερα», οι πολύ υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και το πολύ υψηλό κόστος εργασίας και ασφαλιστικές εισφορές. «Είμαστε πολύ πιο ψηλά από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και προσπαθούμε να το λύσουμε αυτό το μέρος του προβλήματος, έχει λυθεί σε μεγάλο βαθμό» είπε.

*Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα «ήταν και συνεχίζει να είναι η δυσκολία των επενδυτών να κάνουν τις επενδύσεις πραγματικότητα» σε σχέση με το πώς λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες. Από την αδειοδότηση έως τις αγοραπωλησίες ακινήτων. Μίλησε για ένα μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων 59 στον αριθμό στο Σχέδιο Ανάκαμψης και «οι πιο πολλές από αυτές θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποί το κράτος λειτουργεί». Είπε πως τα λεφτά του σχεδίου συνοδεύονται από συγκεκριμένους στόχους και ορόσημα που θα πρέπει η κυβέρνηση να διαφυλάττει όποτε αυτές οι μεταρρυθμίσεις αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Μίλησε για δραστική αλλαγή στο τρόπο λειτουργίας του κράτους τα επόμενα 2-3 χρόνια.

*Ο τρίτος μεγαλύτερος λόγος είναι οι διαφορές στα επιτόκια μεταξύ Ελλάδος και των υπολοίπων κρατών-μελών της ΕΕ κατά 200 μονάδες βάσης περίπου. «Οι ελληνικές εταιρείες έπρεπε να πληρώνουν πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο για τον δανεισμό,  πολύ πάνω τόσο πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν ένα μεγάλο ελάττωμα για τους επενδυτές». Τα δάνεια του RRF θα μειώσουν στο μισό το κόστος δανεισμoύ, κάτι το οποίο θα είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, είπε.