Μπορεί οι ηγέτες και οι υπερασπιστές της καταπολέμησης κλιματικής αλλαγής παγκοσμίως να χαιρέτισαν την κίνηση του Προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν να επανενταχθεί στη Συμφωνία του Παρισιού του 2015, ωστόσο θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει επίσης να μειώσει τις εκπομπές και να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να ενθαρρύνει άλλες χώρες να κάνουν το ίδιο.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του νέου Αμερικανού προέδρου ήταν να εκδώσει εκτελεστική εντολή την Τετάρτη προκειμένου να επαναφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα σε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο, στη Συμφωνία για το Κλίμα η οποία από το 2015 έχει δεσμεύσει σχεδόν 200 χώρες να αναλάβουν δράση προκειμένου να σταματήσουν την αύξηση της θερμοκρασίας και να εμποδίσουν την κλιματική αλλαγή.

Η Ουάσινγκτον εγκατέλειψε επίσημα τη συμφωνία του Παρισιού πέρυσι, αλλά ουσιαστικά απέχει από αυτές τις δεσμεύσεις από το 2016 όταν είχε εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ είχε εκφράσει αμφιβολίες για την επιστημονική προσέγγιση της κλιματικής αλλαγής και ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία αποτελούσε οικονομικό βάρος. Από τότε, οι διαπραγματεύσεις για το κλίμα είχαν σταματήσει.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, καλωσόρισε την επιστροφή των ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού, αλλά πρόσθεσε: Η κλιματική κρίση συνεχίζει να επιδεινώνεται και ο χρόνος για να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου εξαντλείται».

Διπλωματικοί κύκλοι δήλωσαν ότι θέλουν να δουν μια φιλόδοξη δέσμευση των ΗΠΑ να μειώσουν τις εκπομπές αυτή τη δεκαετία και μια διπλωματική ώθηση για να πείσουν άλλους να ακολουθήσουν το ίδιο.

Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Κίνα, ο μεγαλύτερος ρυπαίνων στον κόσμο, η οποία σχεδιάζει να καταστεί ανθρακικά ουδέτερη έως το 2060, αλλά δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα βραχυπρόθεσμο σχέδιο για τη μείωση των εκπομπών.