Σε διεθνές επίπεδο αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά σημαντική η συμβολή της αρχικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΚ) στην προσφορά ανθρώπινου κεφαλαίου που, ποσοτικά και ποιοτικά, ικανοποιεί τις ανάγκες σε γνώσεις και δεξιότητες των ανταγωνιστικών και εξωστρεφών επιχειρήσεων.

Η ΕΕΚ αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός σύγχρονου και ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος και βασική πτυχή κάθε αναπτυξιακής πολιτικής, καθώς συμβάλει στη βελτίωση των επιδόσεων των επιχειρήσεων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής ευημερίας. 

Στην Ελλάδα ωστόσο, στα 60 χρόνια που η ΕΕΚ είναι θεσμικά ενταγμένη στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα και παρά τις πολλές προσπάθειες μεταρρύθμισης που έχουν μεσολαβήσει, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, τόσο από τους νέους και τις οικογένειές τους, για τους οποίους αποτελεί λύση ανάγκης και όχι συνειδητή επιλογή, όσο και από τις επιχειρήσεις, που διαπιστώνουν σημαντικές ανεπάρκειες των αποφοίτων της σε γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες. Η προσδοκία της ελληνικής κοινωνίας για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική άνοδο μέσω της εκπαίδευσης και η συνακόλουθη πολιτική της «γενικοποίησης» και «ανωτατοποίησης» της δημόσιας εκπαίδευσης, καταδίκασαν την ΕΕΚ σε διαρκή ποιοτική υποβάθμιση και κοινωνική περιθωριοποίηση.

Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η προσπάθεια δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ΕΕΚ (διεθνής διαπερατότητα συστημάτων, επικύρωση και αναγνώριση προσόντων, προώθηση της μάθησης με βάση την εργασία κλπ.) έχει, αναμφίβολα, συντελέσει στη συνειδητοποίηση της ανάγκης αναβάθμισης της ΕΕΚ και στη χώρα μας. Όμως, οι όποιες προσπάθειες έχουν, για την ώρα, εξαντληθεί στο επίπεδο της ρητορικής και των προθέσεων. Στην πράξη, οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος ΕΕΚ εξακολουθούν να υφίστανται, την ίδια στιγμή που ο παγκόσμιος οικονομικός μετασχηματισμός και οι δυσμενείς επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19 στην απασχόληση επιβάλλουν άμεσες, ολοκληρωμένες και αποτελεσματικές λύσεις. 

Συνοπτικά, ως κυριότερα προβλήματα του ελληνικού συστήματος ΕΕΚ εντοπίζονται:

  • η απουσία των παραγωγικών φορέων από τη διαδικασία σχεδιασμού και λήψης κρίσιμων αποφάσεων (π.χ. επιλογή ειδικοτήτων, προγράμματα σπουδών κλπ.)
  • το ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας των σχολικών μονάδων
  • η μη ισόρροπη κάλυψη όλου το φάσματος δεξιοτήτων στα επίπεδα 3, 4 και 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της τυπικής εκπαίδευσης
  • η ατελής, κάθετη και οριζόντια, διαπερατότητα του συστήματος
  • η ανεπάρκεια ευκαιριών μάθησης με βάση την εργασία (βλ. μαθητεία και πρακτική άσκηση)
  • η απουσία ενός ολοκληρωμένου Εθνικού Πλαισίου Ποιότητας για την ΕΕΚ και
  • η αδυναμία προσαρμογής σε τοπικές και κλαδικές ιδιαιτερότητες και ανάγκες.

Οι ανεπάρκειες του ελληνικού συστήματος ΕΕΚ έχουν αναπόφευκτες συνέπειες τόσο στην απασχόληση των αποφοίτων όσο και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, και, εν τέλει, της εθνικής οικονομίας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν αναγνωρίζουν την αρχική Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση ως αξιόπιστη διαδρομή για την απόκτηση επαγγελματικών δεξιοτήτων, καταφεύγοντας συχνά σε απόφοιτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας μεσαίου επιπέδου προσόντων, γεγονός που οδηγεί σε στρέβλωση της αγοράς εργασίας, αλλά και στη ματαίωση των επαγγελματικών προσδοκιών των νέων.

Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν ελλείψεις σε κρίσιμες, για την ανάπτυξη και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους, επαγγελματικές ειδικότητες, είτε επειδή δεν προσφέρονται από το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε επειδή τα προγράμματα σπουδών δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις των αντίστοιχων επαγγελμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα είναι ουραγός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανάπτυξη και αξιοποίηση δεξιοτήτων, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων (ESI) του CEDEFOP, με εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις όσον αφορά, ειδικότερα, στις εκροές και τα αποτελέσματα της αρχικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης.

Στην Ευρώπη, η συζήτηση για τη διαμόρφωση του πλαισίου πολιτικής που θα διαδεχθεί την ευρωπαϊκή στρατηγική για την «Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2020» έχει ήδη ξεκινήσει. Η απόσταση που έχει να καλύψει η χώρα μας για να πετύχει τη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι μεγάλη και η ταχύτητα των διεθνών εξελίξεων δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις. Απαιτείται άμεσα ξεκάθαρη στρατηγική, εντατικοποίηση της προσπάθειας και συνεισφορά όλων, προκειμένου η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση να καταστεί μία ελκυστική και αξιόπιστη εκπαιδευτική διαδρομή, στην οποία θα είναι πρόθυμοι να επενδύσουν τόσο οι νέοι όσο και οι επιχειρήσεις. 

Ο ΣΕΒ, θέλοντας να συμβάλει σε μία εθνική προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, κατέθεσε πρόσφατα μία ολοκληρωμένη πρόταση μεταρρύθμισης, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται:

  • η θεσμική αναγνώριση της δυνατότητας διαμόρφωσης ειδικών προγραμμάτων σπουδών, θεματικής εξειδίκευσης κλαδικού ή τομεακού χαρακτήρα, με τη συμβολή κλαδικών φορέων και στόχο την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας,
  • η ολοκλήρωση ενός εθνικού πλαισίου διασφάλισης ποιότητας για την ΕΕΚ,
  • η ενίσχυση της μαθητείας και της πρακτικής άσκησης σε όλο το φάσμα της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και τέλος,
  • η αναθεώρηση του συστήματος διακυβέρνησης για την καλύτερη διασύνδεση της ΕΕΚ με τον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας.