Στην Οικονομική Επιστήμη η έννοια της κρίσης δεν θεωρείται αμιγές κακό. Αν και αυτό ακούγεται ιδιαιτέρως παράδοξο –ειδικά σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια δεν κάνει τίποτε άλλο από το να βιώνει τις αρνητικές συνέπειες μιας κρίσης– στην πραγματικότητα, η εξήγηση δεν απέχει ιδιαίτερα από την κοινή λογική.

Τα οικονομικά συστήματα της εποχής μας δεν είναι συγκεντρωτικά ελεγχόμενα. Ως εκ τούτου, η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι κυβερνήσεις, ακόμη και οι καταναλωτές, κάποιες φορές λαμβάνουν οικονομικές αποφάσεις που δημιουργούν διάφορες δυσλειτουργίες στην οικονομία. Αν οι δυσλειτουργίες αυτές πάρουν τέτοια έκταση ώστε να μπλοκάρουν το οικονομικό κύκλωμα, εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους, επιχειρηματίες τα κεφάλαιά τους και κυβερνώντες τους ψηφοφόρους τους, μέχρι που η δυσλειτουργία κατά κάποιο τρόπο να επιδιορθωθεί και η οικονομική δραστηριότητα να επανεκκινήσει. Στην οικονομική ορολογία, η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «Δημιουργική Καταστροφή» (Creative Destruction) και απλά σημαίνει πως η οικονομική μηχανή όχι μόνο διαθέτει την ικανότητα της αυτο-θεραπείας των δομικών της προβλημάτων, αλλά συχνά βγαίνει μέσα από τις κρίσεις ισχυρότερη και πιο ανθεκτική από πριν.

Όλοι ανεξαιρέτως έχουμε βιώσει τις πρακτικές επιπτώσεις αυτής της δημιουργικής καταστροφής. Για παράδειγμα, στα –προ του 2008– χρόνια της άνθησης,  υπήρχε στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων κάθε είδους και μεγέθους, οι οποίες επιβίωναν και μάλιστα κερδοφορούσαν παρότι ήταν κατά γενική ομολογία αντιπαραγωγικές. Ο λόγος ήταν απλά πως οι κατά πολύ παραγωγικότεροι ανταγωνιστές τους βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης, αφήνοντας να περισσεύει επαρκής ζήτηση και για τους λιγότερο παραγωγικούς. Όταν ωστόσο στα τέλη του 2008, η καταναλωτική ζήτηση άρχισε να υποχωρεί, οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις ήταν αυτές που αναγκάστηκαν είτε να βελτιωθούν για να διεκδικήσουν το μέλλον τους στην αγορά ή να την εγκαταλείψουν προς αναζήτηση μιας άλλης αγοράς στην οποία θα μπορούσαν να σταθούν πιο ανταγωνιστικά. Αν και η Ελληνική κρίση ήταν τόσο βαθιά που δημιούργησε άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική, πολιτική, ακόμη και πολιτιστική κατάρρευση στη χώρα, είναι σήμερα ξεκάθαρο πως πολλοί τομείς της οικονομίας πέρασαν την φάση της δημιουργικής καταστροφής με αξιόλογη επιτυχία, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των υγειών επιχειρήσεων επιβίωσε και σε πολλές περιπτώσεις άνθησε. Δυστυχώς, η κατάσταση στην μεταπανδημική εποχή δεν θα είναι η ίδια.

Η κρίση στην οποία ήδη έχει εισέλθει η παγκόσμια οικονομία στην εποχή του Covid-19 δεν πηγάζει σε δυσλειτουργία της οικονομικής μηχανής καθεαυτής. Αντιθέτως, πρόκειται σαφώς για μια απότομη προσαρμογή του οικονομικού συστήματος σε ένα νέο επιχειρηματικό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας που θα έχει «καρκινική» επίδραση στην οικονομία. Θα «μολύνει», δηλαδή, τις υγιείς πλευρές της επιχειρηματικής δραστηριότητας πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες.

Για να αντιληφθεί κανείς το λόγο αρκεί να αναλογιστεί πως έχουμε ήδη μεταβεί σε μια νέα οικονομική κανονικότητα, όπου θεωρείται φυσικό να απαιτείται από την αγορά απροειδοποίητα να «κατεβάζει ρολά» για μήνες άμα τη εμφανίσει οποιασδήποτε υγειονομικής απειλής. Η μετάβαση αυτή λίγο θα επηρεάσει εκείνες τις επιχειρήσεις που μπορούν σήμερα να εκκαθαριστούν και σε μερικούς μήνες, το ίδιο εύκολα, να «ξεφυτρώσουν» παρακάτω με διαφορετικό ΑΦΜ. Αντιθέτως, θα έχει καταστροφική επίδραση στις επιχειρήσεις που βασίζονται στον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, στις κρατήσεις, στα πολυετή συμβόλαια και στην χρονοβόρα ανάπτυξη ανταγωνιστικών προϊόντων. Άμεση συνέπεια αυτού θα είναι πολλές επενδύσεις και πολλά επιχειρηματικά μυαλά από αυτά που θα μπορούσαν να ωθήσουν την οικονομία σε μια τροχιά μακροχρόνιας βιώσιμης ανάπτυξης, τώρα να αναλωθούν στις σχετικά πιο ασφαλείς βραχυχρόνιες τοποθετήσεις και προσπάθειες. Αυτό αναμένεται να επηρεάσει σοβαρά τις οικονομίες που βασίζονται στην βαριά βιομηχανική παραγωγή, αλλά ακόμη περισσότερο αυτές που εξαρτώνται από τις υπηρεσίες και ιδιαίτερα τον τουρισμό. Κι εδώ, η Ελλάδα, για μια ακόμη φορά, βρίσκεται άθελα της από την «λάθος πλευρά της κόψης του μαχαιριού».

Οι προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας έχουν ήδη αρχίσει να θορυβούν την επιστημονική κοινότητα των οικονομολόγων ακόμη κι εδώ στην Ασία που εγώ εδρεύω. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τον λόγο. Στην περασμένη κρίση διαρκείας που διάνυσε η Ελλάδα, η οικονομία της χώρας διατηρήθηκε ζωντανή από τις πολλές μικρές τοπικές κοινωνίες που βασίστηκαν κυρίως στην τουριστική βιομηχανία και ομολογουμένως παρείχαν υπηρεσίες ποιότητας παγκοσμίου κλάσεως. Σήμερα, ο τουρισμός αλλά και οι υπόλοιποι αξιόλογα παραγωγικοί κλάδοι της χώρας, είναι τα πρώτα θύματα αυτής της νέας κρίσης, και μάλιστα, εκτιμάται πως θα απαιτηθούν χρόνια για να επιστρέψουν στην πρότερη κερδοφορία τους. Όλα αυτά χωρίς οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι αυτών των βιομηχανιών να έχουν φταίξει σε κάτι, χωρίς να έχουν κάτι να διορθώσουν.

Σε αυτή την νέα δυσμενή πραγματικότητα που θα βιώσει η Ελλάδα, η αυτονόητη στήριξη του υγιούς τμήματος της οικονομίας υπερβαίνει κατά πολλές τάξεις μεγέθους τις δυνατότητες ακόμη και του πιο «φιλόδοξου» κρατικού προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, το πολιτικό έργο που θα απαιτηθεί από αυτήν την κυβέρνηση, αλλά και η υπέρτατη δοκιμασία της στο άμεσο μέλλον, θα είναι η διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους ενός πακέτου οικονομικής βοήθειας ικανού να διατηρήσει στη ζωή τους κλάδους που έχουν πληγεί, προτού οι τοπικές κοινωνίες ισοπεδωθούν οικονομικά και η τελευταία σοβαρή ελπίδα παραγωγικότητας της χώρας εξαϋλωθεί.

Και από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η κρίση αυτή δεν είναι σαν τις προηγούμενες. Σήμερα, δεν πρόκειται για «ανεύθυνα χρέη», ούτε για «κυβερνητική κακοδιαχείριση», ούτε φταίει η «ασυνέπεια των χωρών του Νότου» όπως οι Έλληνες απεσταλμένοι άκουγαν κατ’ επανάληψιν τα τελευταία χρόνια στις διαπραγματεύσεις από τους ομόλογούς τους του Ευρωπαϊκού πυρήνα. Αντιθέτως, είναι προφανές πως έχουμε να κάνουμε με ένα απρόβλεπτο παγκόσμιο σοκ ζήτησης που δεν αφήνει περιθώριο για αναποφασιστικότητα. Ένα σχέδιο στήριξης των κλάδων που πλήττονται δυσανάλογα βαριά στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, επομένως, θα πρέπει να αποτελέσει μονόδρομο για την Ένωση. Αν αυτό δεν συμβεί, ή ένα ανεπαρκές και βραχύπνοο πρόγραμμα εκπονηθεί απλώς για να κρατηθούν τα προσχήματα, οι διαλυτικές τάσεις που μόλις πρόσφατα καταλάγιασαν, δικαίως θα επανέλθουν στο προσκήνιο δριμύτερες και τότε η καταστροφή δεν θα είναι καθόλου δημιουργική, θα είναι… σκέτη καταστροφή.