Με τυμπανοκρουσίες και διάπλατα χαμόγελα υποδεχτήκαμε προ ημερών την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του 67% του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς στην China Cosco Shipping Limited.

Ο νέος μέτοχος πλειοψηφίας μάλιστα δήλωσε αποφασισμένος να μετατρέψει το εμπορικό λιμάνι στο μεγαλύτερο της Μεσογείου με ταχύτατους ρυθμούς και παράλληλα να αναπτύξει όλες τις δραστηριότητες, όπως της κρουαζιέρας και της ναυπηγοεπισκευής αλλά και να εκσυγχρονίσει τις υποδομές της ακτοπλοΐας. Παράλληλα δεσμεύτηκε, διά του επικεφαλής του, πως θα λειτουργεί τον ΟΛΠ «όχι μόνον ως ένα υπερσύγχρονο λιμάνι, αλλά επιπλέον θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα συνδράμει στην ενδυνάμωση της ελληνικής οικονομίας».

Ασχέτως με το σωστό ή λάθος της ιδιωτικοποίησης και τις μέχρι πρότινος αντιστάσεις του ΣΥΡΙΖΑ – όταν κυρίως καθόταν στην αντιπολιτευτική καρέκλα – που κάμφθηκαν εντέλει, αξίζει λίγο να σταθούμε στον πρωθυπουργό ο οποίος εκτίμησε ότι η επένδυση αυτή θα αποτελέσει αφετηρία για την προσέλκυση και άλλων επενδύσεων.

Εν μέσω αλλεπάλληλων διαπραγματεύσεων για τα μέτρα που πρέπει να συμφωνηθούν αλλά και αλλεπάλληλων εντάσεων κι ενστάσεων για το ποιανού τα μέτρα είναι πιο καλά... καλό θα ήταν να αποσαφηνίσουμε κάτι.

Λαμβάνοντας ως δεδομένο πως οι επενδύσεις είναι πράγματι ο δρόμος προς την ανάπτυξη σε μια χώρα που αδυνατεί να διασφαλίσει τα προφανή προς τους κατοίκους της, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αντιστοίχως είναι ο μονόδρομος προς τις επενδύσεις.

Μόνο που στην περίπτωση της χώρας μας αποδεικνύεται μονόδρομος με πολλά απαγορευτικά κι αυτό γιατί δυστυχώς μέχρι και σήμερα δεν προωθείται η δημιουργία ενός υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος ώστε να προσελκύσουμε επενδυτές χάρη στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Και ρωτώ...

Ποιος επενδυτής θα επιλέξει το θεσμικό πλαίσιο της Ελλάδας για να επενδύσει τα χρήματά του; Παίρνοντας για παράδειγμα το δικαστικό σύστημα, αρκεί να σημειώσουμε πως με βάση στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, μια επιχείρηση θα χρειαστεί τουλάχιστον 4,5 χρόνια για να δικαιωθεί τελεσίδικα στην περίπτωση που κάποιος αθετήσει ένα συμβόλαιο που έχει υπογράψει με αυτή. Κι αυτό την ώρα που στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, εκτός από την Ιταλία και την Σλοβενία όπου και πάλι φτάνει τα τρία χρόνια, η αντίστοιχη διαδικασία θα διαρκέσει λιγότερο από 1.5 χρόνο!

Ποιος επενδυτής θα εμπιστευτεί την Ελλάδα που αλλάζει αναπτυξιακούς νόμους σαν τα πουκάμισα – στερώντας από τους δυνητικούς επιχειρηματίες την δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού- με τους περισσότερους από αυτούς να αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί ίσως κι ερασιτεχνικοί. Αρκεί να σημειώσουμε πως μέχρι το τέλος του 2015 τα επενδυτικά σχέδια που είχαν εγκριθεί χωρίς προϋπολογιστική κάλυψη είχαν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη σήμερα πάνω από 6.300 ανολοκλήρωτων επενδυτικών σχεδίων, με συμβασιοποιημένες οφειλές 5,5 δισ. ευρώ.

Αλλά ακόμα και τη βαριά βαριά βιομηχανία της χώρας να αναλογιστεί κανείς φαίνεται πως η όποια ανάπτυξη έρχεται κατά τύχη και συγκεκριμένα από την αποδυνάμωση των γύρω ανταγωνιστών. Τα στοιχεία αποδεικνύουν πως ο τουρισμός στη χώρα ζει αλλά τα ξενοδοχεία πεθαίνουν. Κι όχι μόνο η συνολική δυναμικότητα κλινών μειώνεται συνεχώς αλλά περιορισμένη αποδεικνύεται κι η διάχυση εσόδων από την τουριστική βιομηχανία στις υπόλοιπες (σίτιση, εμπόριο, συγκοινωνίες κτλ). Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Αθήνα έχουν κλείσει 93 ξενοδοχεία ενώ λουκέτο έβαλαν άλλα 175 σε δημοφιλείς τουριστικές περιοχές, όπως η Σαντορίνη, η Κρήτη, η Κέρκυρα και η Ρόδος. Μια ακόμα σύγκριση είναι ικανή να μας πείσει. Η Ελλάδα κάθε καλοκαίρι έχει λιγότερους τουρίστες από ότι η πρωτεύουσα της Γαλλίας, χώρα η οποία δεν βασίζει την οικονομία της στον τουρισμό -δεν διαθέτει καν Υπουργείο Τουρισμού.

Επιπλέον ποιος θα επιλέξει την Ελλάδα όταν η κάθε κυβέρνηση δεν παρουσιάζει σαφές σχέδιο για τους τομείς της οικονομίας όπου θα δοθεί επενδυτική προτεραιότητα και για το πώς θα απορροφηθούν τα όποια κονδύλια αποτελεσματικά. Μια απλή κουβέντα με επιχειρηματίες που έχουν αναμειχθεί στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ μπορούν να δώσουν έμπνευση για μυθιστόρημα τρόμου.

Δυστυχώς αντ’ αυτής της οδού η χώρα εξακολουθεί να προσεγγίζει τον όρο ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη που αυτός συνεπάγεται με την πρακτική  της ανάπτυξης πλεονεκτήματος κόστους. Δηλαδή προσπαθώντας να μετατρέψει την Ελλάδα σε χώρα φτηνού εργατικού δυναμικού και κατ επέκταση φτηνού κόστους παραγωγής ώστε να σταθεί στο διεθνές εμπόριο χάρη των χαμηλών τιμών των προϊόντων της – στα πρότυπα δηλαδή της γειτονικής Βουλγαρίας στην οποία έχουν μεταναστεύσει ουκ ολίγες ελληνικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια.

Την ώρα όμως που η λύση που προωθείται εδώ και έξι πλέον χρόνια για την Ελλάδα της κρίσης είναι η φτωχοποίηση της κοινωνίας, η μείωση των απολαβών, των δημόσιων παροχών κλπ ώστε οι «περιττές» δαπάνες να μην ενσωματώνονται στο κόστος των τελικών αγαθών που παράγουμε για να έχουμε ανταγωνιστικές τιμές, μήπως ήρθε η ώρα να αναλογιστούμε αν αυτή μπορούμε πράγματι να την αποκαλέσουμε λύση;

Και μήπως εκτός από την βασική σύνταξη που «εξασφαλίζουμε» μετά από μαραθώνιες, και πάλι, διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να κοιτάξουμε μια λύση με διάρκεια μεγαλύτερη από τα χρόνια που θα μείνουν εν ζωή οι συνταξιούχοι της χώρας, οι οποίοι και ευχόμαστε να μακροημερεύσουν!...