Αμετάβλητα αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια η ΕΚΤ κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ στις 23 Ιουλίου - στο 2,25% - σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UBS, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον στα μηνύματα που θα εκπέμψει για τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου.
Ο ελβετικός επενδυτικός οίκος εξακολουθεί να προβλέπει το βασικό σενάριο αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, στο 2,50%, ωστόσο σημειώνει ότι η πιθανότητα αυτού του έχει μειωθεί μετά τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό και τις δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΚΤ, όπως των Βουνς και Κάζακς.
Καθοριστικό ρόλο για την πορεία της νομισματικής πολιτικής αναμένεται να διαδραματίσουν και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς τυχόν νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να επηρεάσει τις πληθωριστικές προοπτικές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η UBS εκτιμά ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα παραμείνει πιστό στη στρατηγική «συνεδρίαση - συνεδρίαση», αποφεύγοντας να προαναγγείλει συγκεκριμένη πορεία για τα επιτόκια και υιοθετώντας στάση αναμονής («wait and see») ενόψει της συνεδρίασης της 10ης Σεπτεμβρίου.
Οι αγορές, πάντως, έχουν ήδη αυξήσει τις προσδοκίες για περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με την UBS, οι επενδυτές τιμολογούν περίπου 18 μονάδες βάσης αύξησης τον Σεπτέμβριο και συνολικά σχεδόν 33 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, έναντι περίπου 20 μονάδων βάσης πριν από την πρόσφατη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
Στο τραπέζι και αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών
Παράλληλα, η UBS επισημαίνει ότι η ΕΚΤ εξετάζει το ενδεχόμενο να αυξήσει τον συντελεστή υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών (Minimum Reserve Requirement - MRR) από 1% σε 2%, με πιθανή απόφαση το φθινόπωρο. Το μέτρο αφορά κυρίως τις τραπεζικές καταθέσεις και τίτλους διάρκειας έως δύο ετών και, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της τράπεζας, θα οδηγούσε σε μείωση της πλεονάζουσας ρευστότητας κατά περίπου 170 δισ. ευρώ, ενώ θα περιόριζε τις ετήσιες πληρωμές τόκων της ΕΚΤ προς τις τράπεζες κατά 3,8 έως 4,3 δισ. ευρώ, ανάλογα με το επίπεδο του επιτοκίου καταθέσεων.
Η πλεονάζουσα ρευστότητα του Ευρωσυστήματος έχει ήδη υποχωρήσει στα 2,2 τρισ. ευρώ, από το υψηλό των 4,7 τρισ. ευρώ, καθώς συνεχίζεται η ποσοτική σύσφιγξη (QT). Η UBS εκτιμά ότι η ρευστότητα θα καταστεί περιορισμένη γύρω στα μέσα του 2028, όταν θα διαμορφωθεί περίπου στα 1,25 τρισ. ευρώ, ενώ μια αύξηση του MRR θα μπορούσε να επισπεύσει αυτό το σημείο για λίγους μήνες, στις αρχές του 2028.
Σε εκείνη τη φάση, η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα χρειαστεί να επανεκκινήσει τη διοχέτευση μακροπρόθεσμης («διαρθρωτικής») ρευστότητας μέσω πράξεων αναχρηματοδότησης και ενός διαρθρωτικού χαρτοφυλακίου ομολόγων. Η UBS αναμένει ότι η Φρανκφούρτη θα δώσει περισσότερες κατευθύνσεις για το θέμα τους επόμενους μήνες, πιθανότατα ταυτόχρονα με τις αποφάσεις για τα υποχρεωτικά αποθεματικά.



