Σε αρνητικό έδαφος κινούνται στη συνεδρίαση της Πέμπτης οι κυριότεροι δείκτες στην Wall Street, με την επενδυτική ψυχολογία να επιβαρύνεται σημαντικά από τη νέα αύξηση των τιμών του πετρελαίου, καθώς οι συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή μαίνονται για 27η ημέρα, δημιουργώντας ανησυχίες για την επαρκή τροφοδοσία της αγοράς.
- Διαβάστε ακόμα - Νέα άνοδος 3% για το πετρέλαιο με φόντο τις συνομιλίες ΗΠΑ - Ιράν
Πιο αναλυτικά, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones σημειώνει απώλειες 252 μονάδων ή 0,54% και διαμορφώνεται στα επίπεδα των 46.183 μονάδων, ενώ ο διευρυμένος S&P 500 υποχωρεί κατά 0,82% στις 6.539 μονάδες. Ισχυρότερες πιέσεις για τον τεχνολογικό κλάδο, με τον Nasdaq να καταγράφει πτώση 1,06% στις 21.699 μονάδες.
Στις γεωπολιτικές εξελίξεις, αντικρουόμενα είναι τα μηνύματα σχετικά με το αν βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με τον αμερικανό πρόεδρο να διαβεβαιώνει χθες για ακόμα μια φορά ότι η Τεχεράνη συζητά πιθανή συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, παρότι ο ισχυρισμός αυτός διαψεύστηκε από την Τεχεράνη, κάτι που οφείλεται σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο στο ότι οι Ιρανοί αξιωματούχοι στους οποίους έχει ανατεθεί να «διαπραγματευτούν» φοβούνται ότι θα «τους σκοτώσουν οι δικοί τους».
Ως εκ τούτου, μετά την διάψευση από την πλευρά του Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου πήραν εκ νέου την ανιούσα, με το WTI να ενισχύεται άνω του 4%, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το brent ενισχύονται με τη σειρά τους κατά 4,6%, ξεπερνώντας τα 107 δολάρια/βαρέλι.
Στα μάκρο της ημέρας, αύξηση σύμφωνη με τις εκτιμήσεις κατέγραψε την περασμένη εβδομάδα ο αριθμός των Αμερικανών που κατέθεσαν αίτηση για επίδομα ανεργίας. Ειδικότερα, οι αρχικές αιτήσεις διαμορφώθηκαν στις 210.000 για την εβδομάδα που έληξε στις 21 Μαρτίου, αυξημένες κατά 5.000 από την προηγούμενη εβδομάδα
Ωστόσο, στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας διετίας διαμορφώθηκε ο αριθμός των συνεχιζόμενων αιτήσεων, οι οποίες την προηγούμενη εβδομάδα μειώθηκαν κατά 32.000 και ανήλθαν στα 1,82 εκατομμύρια. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τις 25 Μαΐου 2024, γεγονός που ενισχύει μια τάση κατά την οποία οι εργοδότες διστάζουν να μειώσουν το προσωπικό, ακόμη και όταν οι προσλήψεις παραμένουν αναιμικές.