Αγορές | Commodities
19-12-2021 | 09:09

Πετρέλαιο: Τι φοβάται η αγορά για το 2022

Newsroom
Μοιράσου το
Πετρέλαιο: Τι φοβάται η αγορά για το 2022
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες τρεις μεγάλοι ενεργειακοί οργανισμοί, ο ΟΠΕΚ, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και  Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ  ανακοίνωσαν τις προοπτικές τους για τη ζήτηση και την τιμή του πετρελαίου και παρά το γεγονός ότι συχνά οι εκτιμήσεις τους ευθυγραμμίζονται, αυτή τη φορά διαφοροποιούνται αρκετά, αποδεικνύοντας ότι τελικά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια ποιο είναι το μέλλον της πετρελαϊκής αγοράς. 

Ο ΟΠΕΚ δημοσίευσε την προηγούμενη εβδομάδα τελευταία του μηνιαία έκθεση στην οποία αφήνει αμετάβλητες τις προβλέψεις του για τη ζήτηση φέτος και του χρόνου θεωρώντας ότι η επίδραση της μετάλλαξης «Όμικρον» θα είναι ήπια. Το καρτέλ αναμένει αύξηση 4,2 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα το 2022 ενώ αναφέρει ότι η βελτιωμένη διαχείριση του COVID-19 και τα αυξανόμενα ποσοστά εμβολιασμού, επιτρέπουν στην οικονομική δραστηριότητα και στις μετακινήσεις να επιστρέψουν στα προ πανδημίας επίπεδα, δίνοντας έτσι ώθηση στα καύσιμα κίνησης.

Εν τω μεταξύ, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας στη δική του έκθεση για την αγορά πετρελαίου υπογραμμίζει ότι η μετάλλαξη «Όμικρον» θα επιβραδύνει την ανάπτυξη της ζήτησης, προσθέτοντας ωστόσο ότι το αποτέλεσμα θα είναι προσωρινό. Ο οργανισμός αναθεώρησε ελαφρώς προς τα κάτω τις προβλέψεις του για τη ζήτηση για το 2021 και το 2022, κατά 100.000 βαρέλια την ημέρα.

Αυτή η διάσταση απόψεων είναι σχεδόν αναμενόμενη σε αυτή τουλάχιστον τη φάση. Ο ΟΠΕΚ έχει συμφέρον η ζήτηση να κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ο οποίος τον τελευταίο καιρό υπεραμύνεται της ενεργειακής μετάβασης εμφανίζεται πιο δύσπιστος για το μέλλον της ζήτησης πετρελαίου.

Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (ΕΙΑ), ωστόσο, αποτελεί τη μεγαλύτερη έκπληξη. Στην τελευταία έκδοση των βραχυπρόθεσμων ενεργειακών προοπτικών, προέβλεψε ότι το επόμενο έτος, η ζήτηση πετρελαίου θα αυξηθεί κατά 3,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αυτή ήταν μια αναθεώρηση προς τα κάτω έως και 420.000 βαρέλια την ημέρα από τις προβλέψεις του προηγούμενου μήνα. Όπως σημείωσε, «οι πιθανές επιπτώσεις της εξάπλωσης της «Όμικρον» είναι αβέβαιες, γεγονός που εισάγει καθοδικούς τάσεις για την παγκόσμια πρόβλεψη κατανάλωσης πετρελαίου, ιδιαίτερα για τα καύσιμα αεροσκαφών», και πρόσθεσε ότι «η Όμικρον έχει δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα στις αγορές πετρελαίου για τους επόμενους μήνες και αυτή η αβεβαιότητα αντανακλάται στην πρόσφατη ενίσχυση της αστάθειας της τιμής του πετρελαίου». 

Όμως τελικά, όλες οι προβλέψεις εμφανίζουν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Την πορεία της πανδημίας, η οποία αναδεικνύεται ως η «λυδία λίθος» για το μέλλον της αγοράς. Όπως σημειώνει ο ΟΠΕΚ,  «το αναμενόμενο ισοζύγιο της αγοράς συνεχίζει να καθορίζεται από την εξέλιξη της πανδημίας COVID-19, η οποία στέκεται ως βασικός παράγοντας αβεβαιότητας».

Παρά τις διαφορές στις ακριβείς προσδοκίες, οι τρεις οργανισμοί παραμένουν γενικά αισιόδοξοι για τη ζήτηση πετρελαίου και αυτό είναι ίσως που έχει μεγαλύτερη σημασία από τους πραγματικούς αριθμούς, όσο ελκυστικοί κι αν είναι αυτοί.

«Η αύξηση των νέων κρουσμάτων Covid-19 αναμένεται να επιβραδύνει προσωρινά, αλλά όχι να ανατρέψει την ανάκαμψη της ζήτησης πετρελαίου που βρίσκεται σε εξέλιξη», ανέφερε ο IEA. Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη. 

Αμφιβολίες για την ανάκαμψη της προσφοράς

Μέχρι σήμερα, οι υποεπενδύσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια στο upstream λόγω της πανδημίας και της πράσινης στροφής στον κλάδο της ενέργειας θεωρούνται ως η βασική αιτία της πτώσης της προμήθειας.

Μια ετεροχρονισμένη ανάκαμψη της προσφοράς και της ζήτησης, θα μπορούσε να οδηγήσει στα 100 δολάρια το πετρέλαιο μέσα στην επόμενη διετία, αναφέρει σε πρόσφατη εκτίμησή της η Goldman Sachs. Αν η προσφορά επανέλθει με πιο αργό ρυθμό σε σχέση με τη ζήτηση, κάτι που δεν αποκλείεται αν συνυπολογίσει κανείς το κόστος του πληθωρισμού το οποίο θα καθιστούσε ακόμη πιο ακριβές τις εξορύξεις, οι τιμές θα μπορούσαν να καταγράψουν ράλι ενώ μια εξέλιξη θα υπονόμευε και την οικονομική ανάκαμψη από την πανδημία. 

Ωστόσο, ένας κίνδυνος λιγότερο παροδικός έχει κάνει την εμφάνισή του και υπονομεύει την επαναφορά της προσφοράς.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που προκύπτουν από την κλιματική αλλαγή απειλούν το 40% των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, αναφέρει σε νέα έκθεση η εταιρεία Verisk Maplecroft. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 600 δισεκατομμύρια βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου, ενώ το 10,5% των παγκόσμιων ανακτήσιμων αποθεμάτων βρίσκονται σε μέρη που αξιολογήθηκαν ως εξαιρετικά επικίνδυνα σύμφωνα με τους Δείκτες Έκθεσης στην Κλιματική Αλλαγή που επικαλείται η εταιρεία ενώ το 29,5% αξιολογήθηκαν ως εξαιρετικά επικίνδυνα.

Σύμφωνα με τη Verisk Maplecroft, τα τρία μέλη του ΟΠΕΚ που αντιπροσωπεύουν το ένα πέμπτο των ανακτήσιμων αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, η Σαουδική Αραβία, η Νιγηρία και το Ιράκ είναι από τα πιο ευάλωτα σε αυτούς τους κινδύνους. 

Μακροπρόθεσμα, η αύξηση της παραγωγής κινδυνεύει να πληγεί και από παράπλευρους παράγοντες που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή όπως είναι η ενσωμάτωση των κριτηρίων ESG και η προτίμηση των επενδυτών να υποστηρίξουν πιο πράσινα έργα κλείνοντας τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης για τον κλάδο της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων.
 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.