Σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμαται πάνω από μεγάλο μέρος του πληθυσμού ο κίνδυνος φτώχειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2025, το 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η αύξηση αυτή συνδέεται με την άνοδο του ποσοστού υλικής και κοινωνικής στέρησης, το οποίο ανήλθε σε 14,9% το 2025 από 14,0% το 2024. Ο δείκτης περιλαμβάνει τα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, όσους αντιμετωπίζουν υλικές και κοινωνικές στερήσεις, καθώς και εκείνους που διαβιούν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας.

Ιδιαίτερα υψηλός εμφανίζεται ο κίνδυνος για τα παιδιά ηλικίας έως 17 ετών, όπου το ποσοστό ανέρχεται σε 29,6%. Για τον πληθυσμό ηλικίας 18-64 ετών που ζει σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας, το ποσοστό διαμορφώνεται σε 7,6%.
Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, παραμένοντας σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 896 χιλιάδες, ενώ τα άτομα που ζουν σε αυτά ανέρχονται σε περίπου 1,99 εκατομμύρια.
Σημειώνεται ότι το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στα 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο, ενώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών ανέρχεται σε 14.742 ευρώ.
Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση του κινδύνου φτώχειας. Χωρίς αυτές, το ποσοστό θα ανερχόταν στο 43,9%, ενώ με την ενσωμάτωσή τους περιορίζεται στο 19,6%. Συνολικά, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνουν τον κίνδυνο φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο κίνδυνος φτώχειας διαφοροποιείται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των νοικοκυριών. Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά εμφανίζουν ποσοστό 36,1%, ενώ τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί 22,1%. Για τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία σε τιμές αγοράς, το ποσοστό φτάνει το 30,6%, υψηλότερο από εκείνο των ιδιοκατοικούμενων κατοικιών.
Παράλληλα, το επίπεδο εκπαίδευσης επηρεάζει σημαντικά τον κίνδυνο φτώχειας. Για άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης το ποσοστό ανέρχεται σε 29,9%, ενώ για άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση περιορίζεται σε 7,1%. Επιπλέον, ο κίνδυνος φτώχειας για εργαζομένους ανέρχεται σε 9,7%, ενώ για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση φτάνει το 21,4%.
Εξέλιξη του εισοδήματος των νοικοκυριών
Το 16,0 % των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, το 9,2% των νοικοκυριών δήλωσε ότι μειώθηκε και το 74,8% των νοικοκυριών ότι παρέμεινε το ίδιο.
Το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε σε 13.381 ευρώ, αυξημένο κατά 8,0% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Στο Γράφημα 8 εμφανίζεται η εξέλιξη του εισοδήματος από το έτος 2015 έως το έτος 2025.

Για το 2025 η κύρια πηγή εισοδήματος των νοικοκυριών της Χώρας είναι το εισόδημα από εργασία (71,7%) και ακολουθεί το εισόδημα από συντάξεις (23,0%).
Και οικονομική ανισότητα
Η οικονομική ανισότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της κατανομής του εισοδήματος στην Ελλάδα και αποτυπώνεται μέσω ειδικών δεικτών, σύμφωνα με διαφορετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ. Ο δείκτης κατανομής εισοδήματος S80/S20 ανέρχεται το 2025 σε 5,18, γεγονός που σημαίνει ότι το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού κατέχει εισόδημα 5,18 φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20%. Ο δείκτης αυτός παρουσιάζει μικρή μείωση σε σχέση με το 2024, γεγονός που υποδηλώνει περιορισμένη μεταβολή στην εισοδηματική ανισότητα.
Παράλληλα, ο συντελεστής Gini διαμορφώνεται σε 31,6%, μειωμένος κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αποτυπώνοντας το επίπεδο άνισης κατανομής του εισοδήματος στο σύνολο του πληθυσμού. Η τιμή αυτή σημαίνει ότι το εισόδημα δύο τυχαίων ατόμων αναμένεται να διαφέρει κατά 31,6% του μέσου εισοδήματος, ενώ σε σύγκριση με το 2015 καταγράφεται συνολική μείωση της ανισότητας.
Η κατανομή του εισοδήματος αποτυπώνεται επίσης μέσα από τα μερίδια που κατέχουν διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού. Το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα κατέχει το 10,5% του συνολικού εισοδήματος, ενώ το πλουσιότερο 25% κατέχει το 45,5%. Αντίστοιχα, το φτωχότερο 20% κατέχει μόλις το 7,6% του εισοδήματος, ενώ το πλουσιότερο 20% το 39,3%, γεγονός που αναδεικνύει τις ανισότητες στην κατανομή των οικονομικών πόρων.