Η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού το 2025 και οι επιπτώσεις της στους στόχους του 2026, βρίσκεται στο επίκεντρο του τελευταίου τεύχους του Δελτίου «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research, με τους αναλυτές να σημειώνουν ότι επιβεβαιώνει τη διατήρηση ισχυρής δημοσιονομικής δυναμικής, ενισχύοντας ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης του Προϋπολογισμού 2026. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των πρωτογενών δαπανών, οδήγησε σε πρωτογενές αποτέλεσμα υψηλότερο των αρχικών προβλέψεων, ενισχύοντας την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ο Προϋπολογισμός 2026 καταρτίζεται σε περιβάλλον δημοσιονομικής κανονικότητας αλλά και αυξημένων θεσμικών περιορισμών, καθώς η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής εντάσσεται πλέον στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, με δεσμευτικά όρια στην εξέλιξη των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Στο παρόν δελτίο εξετάζονται, εκτός από την εκτέλεση του 2025, και οι βασικές δημοσιονομικές προτεραιότητες του νέου προϋπολογισμού, η πορεία του δημόσιου χρέους και η πιθανότητα επίτευξης των πρωτογενών στόχων μέσω ανάλυσης προσομοίωσης Monte Carlo.
Εκτέλεση Κρατικού Προϋπολογισμού για το 12-μηνο 2025
Σύμφωνα με την Eurobank Research, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2025 επιβεβαιώνει τη διατήρηση της θετικής δυναμικής των δημοσιονομικών μεγεθών, με τα αποτελέσματα να υπερβαίνουν τις προβλέψεις που είχαν ενσωματωθεί στον Προϋπολογισμό 2026. Η υπεραπόδοση των βασικών φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με την υποεκτέλεση δαπανών σε επιλεγμένες κατηγορίες, συνέβαλαν στη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου σε ταμειακή βάση, ενισχύοντας περαιτέρω τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, ο Κρατικός Προϋπολογισμός για την περίοδο Ιανουαρίου–Δεκεμβρίου 2025 παρουσίασε δημοσιονομικό πλεόνασμα €0,10 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο για έλλειμμα €2,59 δισ. κατά περίπου €2,69 δισ. Όπως φαίνεται και στο Σχήμα 1, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε σε €8,09 δισ., υψηλότερο του στόχου του Προϋπολογισμού 2026 για το 2025 (€5,33 δισ.) κατά €2,76 δισ.

Οι βασικοί παράγοντες απόκλισης από τους στόχους του Προϋπολογισμού 2026 περιλαμβάνουν: (α) την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, ιδίως σε κατηγορίες που συνδέονται με την ιδιωτική κατανάλωση και τα εισοδήματα, και (β) την υποεκτέλεση δαπανών, κυρίως στις πιστώσεις υπό κατανομή, στις αποκτήσεις παγίων περιουσιακών στοιχείων και σε επιμέρους μεταβιβάσεις.
Τα ανωτέρω μεγέθη αποτυπώνονται σε ταμειακή βάση και δεν ταυτίζονται πλήρως με τα αποτελέσματα της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA. Η εν λόγω υπεραπόδοση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του αποτελέσματος της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA, καθώς μεγάλο μέρος της σχετίζεται με χρονισμό πληρωμών. Ωστόσο, παρέχουν σαφή εικόνα για την κατεύθυνση και την ένταση της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης κατά το 2025.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον Πίνακα 1:
• Δημοσιονομικό Ισοζύγιο: Το συνολικό ισοζύγιο του Κρατικού Προϋπολογισμού κατέγραψε πλεόνασμα €0,10 δισ., βελτιωμένο κατά €2,69 δισ. σε σχέση με τον στόχο του 12-μήνου 2025, που αντιστοιχεί σε βελτίωση 103,9% έναντι του στόχου, εξέλιξη που αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση της υπεραπόδοσης των εσόδων και της συγκρατημένης εκτέλεσης των δαπανών, χωρίς ενδείξεις υστέρησης επενδυτικών πληρωμών.
• Πρωτογενές Ισοζύγιο: Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα €8,09 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €2,76 δισ., ήτοι 51,8% υψηλότερα του στόχου, εξέλιξη που αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση της ισχυρής επίδοσης των φορολογικών εσόδων και της συγκρατημένης εκτέλεσης των πρωτογενών δαπανών, χωρίς ενδείξεις υστέρησης στις επενδυτικές πληρωμές.
• Έσοδα Κρατικού Προϋπολογισμού: Τα καθαρά έσοδα ανήλθαν σε €77,07 δισ., υπολειπόμενα οριακά του στόχου κατά €0,80 δισ., ή –1,0% έναντι του στόχου
•Φορολογικά έσοδα: Διαμορφώθηκαν σε €71,91 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €0,39 δισ., ή +0,5% έναντι του στόχου.
• Φόρος εισοδήματος: Ανήλθε σε €26,54 δισ., υψηλότερα του στόχου κατά €0,18 δισ. ή +0,7%, με κύρια συμβολή από τη φορολογία φυσικών προσώπων. Η υπέρβαση αντανακλά τη διεύρυνση της μισθολογικής και εισοδηματικής βάσης, σε συνδυασμό με τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση και την ισχυρή επίδοση εισοδημάτων από αυτοαπασχόληση.
• Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ): Τα συνολικά έσοδα από ΦΠΑ διαμορφώθηκαν σε €27,78 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €0,20 δισ. ή +0,7% έναντι του στόχου, με τη θετική απόκλιση να προέρχεται κυρίως από τον ΦΠΑ εγχωρίων συναλλαγών, ενώ ο ΦΠΑ εισαγωγών και ο ΦΠΑ πετρελαιοειδών κινήθηκαν πλησίον του προγραμματισμού. Η βελτίωση των εσόδων ΦΠΑ συνδέεται τόσο με την ονομ στική αύξηση της φορολογητέας βάσης όσο και με τη σταδιακή ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, όπως αποτυπώνεται στη σημαντική μείωση του δείκτη Κενού ΦΠΑ (VAT gap) τα τελευταία έτη.
• Φόρος ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ): Διαμορφώθηκε σε €2,40 δισ., οριακά χαμηλότερα του στόχου κατά περίπου €0,02 δισ. ή –0,8%, απόκλιση που θα μπορούσε να αποδοθεί κυρίως σε παράγοντες χρονισμού των εισπράξεων και διοικητικές εκκαθαρίσεις, χωρίς ένδειξη υποχώρησης της φορολογικής βάσης.
• Συνολικές Δαπάνες: Οι συνολικές δαπάνες ανήλθαν σε €76,97 δισ., παρουσιάζοντας υποεκτέλεση €3,48 δισ. σε σχέση με τον στόχο, που αντιστοιχεί σε –4,3% έναντι του στόχου. Η απόκλιση οφείλεται κυρίως σε παράγοντες χρονισμού πληρωμών, σε χαμηλότερες των προβλεπόμενων δαπάνες τόκων, καθώς και σε συνεχιζόμενο έλεγχο λειτουργικών και μεταβιβαστικών δαπανών, ενώ οι δαπάνες επενδυτικού χαρακτήρα κινήθηκαν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τον προγραμματισμό.
• Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ): Τα έσοδα διαμορφώθηκαν σε €3,56 δισ., χαμηλότερα του στόχου, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως σε παράγοντες χρονισμού των εισροών συγχρηματοδότησης, ενώ οι δαπάνες ανήλθαν σε €9,71 δισ., κινούμενες σε ευθυγράμμιση με τον ετήσιο προγραμματισμό, χωρίς ενδείξεις υστέρησης στην υλοποίηση του επενδυτικού σκέλους.
• Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ): Τα έσοδα ανήλθαν σε €3,46 δισ., ενώ οι δαπάνες διαμορφώθηκαν σε €4,90 δισ., σύμφωνα με τον στόχο του 12-μήνου, αντανακλώντας την ομαλή υλοποίηση των έργων και τη συνεπή επίτευξη των προβλεπόμενων οροσήμων.
Συνολικά, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού το 2025 καταδεικνύει ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση προκύπτει κυρίως από διατηρήσιμους παράγοντες, ενισχύοντας την αξιοπιστία των στόχων του Προϋπολογισμού 2026 και βελτιώνοντας ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης της νέας δημοσιονομικής χρήσης.
Από την εκτέλεση του 2025 στους στόχους του Προϋπολογισμού 2026
Σύμφωνα με την ανάλυση, η καλύτερη του αναμενομένου εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού το 2025 αντανακλάται αφενός σε ταμειακή υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό δημοσιονομικά ουδέτερη σε όρους Γενικής Κυβέρνησης, καθώς συνδέεται κυρίως με χρονικές μετατοπίσεις δαπανών και υποεκτέλεση πιστώσεων. Αφετέρου, και πιο ουσιαστικά για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική εικόνα, καταγράφηκε υπέρβαση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τις προβλέψεις, στοιχείο που θεωρείται λιγότερο συγκυριακό και ενισχύει τη ρεαλιστικότητα των παραδοχών του Προϋπολογισμού 2026.
Στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί το δεσμευτικό κριτήριο συμμόρφωσης. Ο βασικός περιορισμός αφορά την εξέλιξη των καθαρών πρωτογενών δαπανών, τα όρια των οποίων δεν καθορίζονται στον ετήσιο Προϋπολογισμό 2026, αλλά αποτυπώνονται ρητά στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026–2029, ο οποίος αποτελεί το δεσμευτικό πλαίσιο αναφοράς για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό, το επιτρεπόμενο όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών διαμο φώνεται σε περίπου 3,7% για το 2025 και περιορίζεται περαιτέρω σε περίπου 3,6% για το 2026. Ο Προϋπολογισμός 2026 προβλέπει για το 2026 αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών της τάξης του 5,7%, δηλαδή υψηλότερη από το ετήσιο όριο.
Η απόκλιση αυτή δεν συνιστά παραβίαση των κανόνων, καθώς καλύπτεται σωρευτικά στο πλαίσιο του πολυετούς μονοπατιού δαπανών που ορίζει ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός, αξιοποιώντας το περιθώριο που έχει δημιουργηθεί από τη χαμηλότερη αύξηση των δαπανών σε προηγούμενα έτη και μέσω της λειτουργίας του λογαριασμού ελέγχου.
Συνεπώς, για το 2026 ο Προϋπολογισμός κινείται εντός του σωρευτικού ορίου καθαρών πρωτογενών δαπανών που προβλέπεται στο π λυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, αλλά η προβλεπόμενη αύξηση των δαπανών εξαντλεί το διαθέσιμο περιθώριο. Δεν προκύπτει πρόσθετος χώρος για νέες διακριτικές δαπάνες εντός του έτους, με τη βελτιωμένη εκτέλεση του 2025 να λειτουργεί πρωτίστως ως παράγοντας μείωσης κινδύνου και ενίσχυσης της αξιοπιστίας των προβλέψεων του Προϋπολογισμού 2026. Με άλλα λόγια, το 2026 δεν αποτελεί έτος χαλ ρωσης, αλλά έτος πλήρους αξιοποίησης του ήδη διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.
Προϋπολογισμός 2026: Προοπτικές και Δημοσιονομικές Προτεραιότητες
Ο Προϋπολογισμός 2026 καταρτίζεται σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής κανονικότητας και αυξημένων θεσμικών περιορισμών. Σε αντίθεση με προηγούμενα έτη, κατά τα οποία η δημοσιονομική πολιτική επηρεάστηκε από έκτακτες παρεμβάσεις και σημαντικές υπερβάσεις στόχων, ο προϋπολογισμός βασίζεται σε πιο συντηρητικές παραδοχές και στη συμμόρφωση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Η στρατηγική μετατοπίζεται από τη διαχείριση κρίσεων στη σταθεροποίηση και στη σταδιακή εξομάλυνση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Η Eurobank Research παρουσιάζει συνοπτικά τα βασικά σημεία του Προϋπολογισμού 2026:
• Οικονομικές Εξελίξεις και Διεθνές Περιβάλλον: Η παγκόσμια οικονομία κατά τη διάρκεια του 2025 και ενόψει του 2026 κινείται σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, παρά την αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει τα τελευταία έτη απέναντι σε διαδοχικούς εξωγενείς κλυδωνισμούς. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις, η επιτάχυνση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, καθώς και οι προκλήσεις που απορρέουν από τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους διεθνώς, συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας.
• Επισκόπηση και Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας: Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2026, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 2,4% το 2026, έναντι 2,2% το 2025, διατηρώντας σαφή υπεραπόδοση έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ (2,3%) και ο πληθωρισμός (περίπου 2,2%) συγκλίνουν προς επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα τιμών, ενώ η ανεργία συνεχίζει την καθοδική της πορεία.
Οι μακροοικονομικές παραδοχές του ΠΥ 2026 χαρακτηρίζονται από συντηρητική προσέγγιση, χωρίς ενσωμάτωση σεναρίων υπεραπόδοσης, και ευθυγραμμίζονται σε γενικές γραμμές με τις προβλέψεις των ευρωπαϊκών θεσμών και των βασικών αναλυτών. Ωστόσο, οι προβλέψεις της αγοράς υποδηλώνουν ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο ΑΕΠ τόσο για το 2025 όσο και για το 2026 σε σχέση με τον προϋπολογισμό, στοιχείο που συνιστά καθοδικό μακροοικονομικό κίνδυνο για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, χωρίς πάντως να αναιρεί τη συνολική αξιοπιστία των παραδοχών.
• Προϋπολογισμός ΓΚ: Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Εισηγητικής Έκθεσης του Προϋπολογισμού 2026 και τα στοιχεία του Πίνακα 3 παραπάνω, σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα διαμορφώθηκε το 2024 σε πρωτογενές πλεόνασμα €11,14 δισ. (4,7% του ΑΕΠ). Για το 2025, εκτιμάται ότι θα παραμείνει πλεονασματικό σε €9,15 δισ. (3,7% του ΑΕΠ), ενώ για το 2026 ο προϋπολογισμός προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα €7,21 δισ. (2,8% του ΑΕΠ), αντανακλώντας ελεγχόμενη δημοσιονομική ομαλοποίηση μετά τα ιδιαίτερα υψηλά αποτελέσματα των προηγούμενων ετών. Το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο της ΓενικήςΚυβέρνησης εκτιμάται για το 2024 σε πλεόνασμα €2,91 δισ. (1,2% του ΑΕΠ), ενώ για το 2025 προβλέπεται πλεόνασμα €1,47 δισ. (0,6% του ΑΕΠ). Για το 2026, οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμούν ότι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα διαμορφωθεί σε πλεόνασμα €0,70 δισ. (0,3% του ΑΕΠ), παραμένοντας οριακά θετικό, ενώ για το 2027 αναμένεται σχεδόν ισοσκελισμένο αποτέλεσμα, σε €0,10 δισ. (0,0% του ΑΕΠ). Αντίστοιχα, σύμφωνα με τις ίδιες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται σε €11,10 δισ. (4,7% του ΑΕΠ) το 2024, σε €10,80 δισ. (4,3% του ΑΕΠ) το 2025, και σε €8,70 δισ. (3,4% του ΑΕΠ) το 2026, παραμένοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και το 2027 (€8,70 δισ., 3,2% του ΑΕΠ). Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η δημοσιον μική στρατηγική της Ελλάδας παραμένει συνεπής με τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Με βάση, τέλος, την εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 12-μηνο του 2025, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω, εκτιμάται ότι η
υπέρβαση των στόχων (για 2025 και 2026) του προϋπολογισμού για το πρωτογενές πλεόνασμα είναι εφικτή. Η περαιτέρω βελτίωση έναντι των στόχων θα εξαρτηθεί από:
-την πραγματοποίηση των προβλέψεων για τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ,
- τη συνέχιση της ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, και τη συγκράτηση των δαπανών όπου αυτό είναι εφικτό, εντός των ορίων του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Φθινόπωρο 2025), η Ελλάδα καταγράφει πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα για επτά από τα τελευταία εννέα έτη, με πρωτογενή ελλείμματα να εμφανίζονται μόνο το 2015 και την περίοδο 2020–2021 λόγω της πανδημίας COVID-19. Επιπλέον, με βάση τις ίδιες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ε λάδα εκτιμάται ότι συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωζώνης με τα υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα ως ποσοστό του ΑΕΠ την περίοδο 2025–2026, κατατάσσοντας την στην ανώτερη ομάδα χωρών.
• Δημοσιονομικές Παρεμβάσεις: Το μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής του Προϋπολογισμού 2026 βασίζεται κυρίως στην πλήρη δημοσιονομική αποτύπωση παρεμβάσεων που είχαν ήδη θεσμοθετηθεί ή ενσωματωθεί σε προηγούμενους προϋπολογισμούς και αποκτούν πλήρη επίπτωση το 2026. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων για το 2026 ανέρχεται σε –€5,94 δισ., με τις νέες παρεμβάσεις να ανέρχονται σε €1,76 δισ., ενώ παρεμβάσεις που θεσμοθετήθηκαν κατά την εκτέλεση του Προϋπ λογισμού 2025 και εκείνες που είχαν ήδη ενσωματωθεί στον Προϋπολογισμού 2025 συνεισφέρουν –€1,51 δισ. και – €2,67 δισ. αντίστοιχα. Η κατανομή αυτή δείχνει ότι το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα προκύπτει κυρίως από την ωρίμανση υφιστάμενων πολιτικών. Παράλληλα, η δημοσιονομική στήριξη το 2026 μετατοπίζεται προς τις επενδυτικές δαπάνες. Οι δαπάνες του ΠΔΕ προβλέπεται να διαμορφωθούν σε περίπου €9,70 δισ., ενώ, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πληροφόρηση για το ΤΑΑ, έχουν ήδη εκταμιευθεί έως τις αρχές του 2026 €23,40 δισ. (περίπου 65% των συνολικών πόρων). Ο συνδυασμός υψηλού ΠΔΕ και ενεργών εκταμιεύσεων από το ΤΑΑ επιτρέπει τη στήριξη της αναπτυξιακής δυναμικής μέσω συγχρηματοδοτούμενων επενδύσεων, χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση του εθνικού σκέλους των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
• Δημόσιο Χρέος: Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι υποχωρεί στο 138,2% το 2026, από 145,9% το 2025 και 154,2% το 2024, αντανακλώντας διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, θετικούς ρυθμούς ονομαστικής μεγέθυνσης και την ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους.
Περίπου 70% του χρέους διακρατείται από τον επίσημο τομέα, το 100% είναι σταθερού επιτοκίου μετά τις πράξεις αντιστάθμισης, με μέση διάρκεια ~19 έτη, περιορίζοντας τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το Δημόσιο διατηρεί ταμειακό απόθεμα περίπου €39 δισ. στο τέλος του 2025.
Η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών αντανακλάται και στις αγορές, με το περιθώριο των ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των αντ στοιχων γερμανικών τίτλων να υποχωρεί κάτω από τις 80 μονάδες βάσης το 2025. Πρόσφατη ανάλυση του ESM επιβεβαιώνει τις εν λόγω εξελίξεις. βρίσκεται πλέον στην επενδυτική βαθμίδα για το σύνολο των οίκων που λαμβάνει υπόψη το Ευρωσύστημα, και τις περισσότερες αξιολογήσεις ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτήν.
Εκτίμηση της Πιθανότητας Επίτευξης του Πρωτογενούς Πλεονάσματος 2026: Ανάλυση μέσω Προσομοίωσης Monte Carlo
Για την αποτίμηση της αξιοπιστίας του πρωτογενούς στόχου του Προϋπολογισμού 2026 εφαρμόζεται ανάλυση προσομοίωσης Monte Carlo, ακολουθώντας την ίδια βασική προσέγγιση με το αντίστοιχο περσινό δελτίο, αλλά με επικαιροποιημένες παραδοχές που αντανακλούν τη βελτιωμένη δημοσιονομική αφετηρία και το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο. Η άσκηση αποσκοπεί στην εκτίμηση της κατανομής πιθανών εκβάσεων για το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2026, υπό στοχαστικές διακυμάνσεις βασικών μ κροοικονομικών και δημοσιονομικών μεταβλητών (ρυθμός ανάπτυξης, έσοδα, δαπάνες).
Για τον σκοπό αυτό εξετάζονται δύο συμπληρωματικές προσεγγίσεις:
• Στην Άσκηση Α, για λόγους συγκρισιμότητας με το περσινό δελτίο, το πρωτογενές αποτέλεσμα προσομοιώνεται απευθείας βάσει της ιστορικής κατανομής των δημοσιονομικών επιδόσεων, χωρίς ρητή υποδειγματοποίηση των επιμέρους προσδιοριστικών παραγόντων.
• Στην Άσκηση Β, η οποία αποτελεί και την κύρια εκδοχή της ανάλυσης, στην προσέγγιση Monte Carlo, προσομοιώνονται χωριστά οι βασικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές μεταβλητές και συντίθενται σε συνολικό πρωτογενές αποτέλεσμα, επιτρέποντας πληρέστερη αποτίμηση της ανθεκτικότητας του στόχου σε εναλλακτικά σενάρια.
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης για την Άσκηση Β αποτυπώνονται στο Σχήμα 3. Ο στόχος του Προϋπολογισμού 2026 για πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ τοποθετείται κοντά στο κεντρικό τμήμα της κατανομής των προσομοιωμένων εκβάσεων. Αυτό σημαίνει ότι η επίτευξη του στόχου δεν προϋποθέτει ευνοϊκές ή ακραίες αποκλίσεις των υποκείμενων μεταβλητών, αλλά είναι συμβατή με το
βασικό μακροοικονομικό σενάριο. Υπό αυτό το πρίσμα, το κύριο ζητούμενο της άσκησης δεν είναι η ακριβής επίτευξη του στόχου, αλλά η ανθεκτικότητα του δημοσιονομικού αποτελέσματος σε δυσμενείς συνθήκες, όπως χαμηλότερη του αναμενομένου οικονομική μεγέθυνση, υστέρηση εσόδων ήαυξημένες πιέσεις στο σκέλος των δαπανών.

Συγκεκριμένα, στο 80% των προσομοιωμένων εκβάσεων το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώνεται εντός του εύρους 1,98%–3,62% του ΑΕΠ, ενώ η πιθανότητα το πρωτογενές αποτέλεσμα να παραμείνει άνω του 2,0% του ΑΕΠ εκτιμάται σε επίπεδα της τάξης του 90%. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει περιορισμένο κίνδυνο δημοσιονομικής αποσταθεροποίησης και χαμηλή πιθανότητα ανάγκης διορθωτικών παρεμβάσεων κατά την εκτέλεση του Προϋπολογισμού 2026, ακόμη και σε περιβάλλον δυσμενών μακροοικονομικών εξελίξεων, υπό τους υφιστάμενους περιορισμούς στο σκέλος των δαπανών.
Σε σύγκριση με την αντίστοιχη άσκηση για τον Προϋπολογισμό 2025, η κατανομή των εκβάσεων για το 2026 εμφανίζει σαφώς μειωμένη αριστερή ουρά, γεγονός που αντανακλά τη βελτιωμένη εκτέλεση του 2025 και τη μεγαλύτερη προβλεψιμότητα των δημοσιονομικών μεγεθών. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αξιοπιστία του στόχου, ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Η εναλλακτική εμπειρική προσέγγιση (Άσκηση Α) καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα: ο στόχος του Προϋπολογισμού 2026 εμφανίζεται ελαφρώς απαιτητικός σε σχέση με την ιστορική μέση επίδοση, χωρίς ωστόσο να εντοπίζεται ουσιαστικός κίνδυνος έντονης αρνητικής απόκλισης.
Συνολικά, τόσο η ανάλυση Monte Carlo όσο και η εμπειρική αποτίμηση συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο στόχος του Προϋπολογισμού 2026 χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και αυξημένη ανθεκτικότητα, υπό την προϋπόθεση της συνεπούς εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της τήρησης των δημοσιονομικών περιορισμών που απορρέουν από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο.