Σε μια εποχή που το ηλεκτρονικό εμπόριο ανθεί και κερδίζει όλο και μεγαλύτερα μερίδια αγοράς, το κρίσιμο στοίχημα πάντα για τα νέα e-shops είναι να καθορίσουν το δικό τους στίγμα, το οποίο τα καθιστά διακριτά σε σχέση με τον εξαιρετικά μεγάλο ανταγωνισμό. Άλλωστε, ο ανταγωνισμός δεν έχει να κάνει μόνο με τα προς τα διάθεση προϊόντα, το εύρος και τα χαρακτηριστικά τους, αλλά και με άλλα ζητήματα, όπως η παράδοση σε ό,τι αφορά το κόστος και την ταχύτητά της, η ευκολία χρήσης της πλατφόρμας κ.α.

Το Jamjar όμως είναι το πρώτο ελληνικό e-shop για τον χώρο του χειροποίητου. Σε μια εποχή που όλο και περισσότερες επιχειρήσεις προσπαθούν να αναδείξουν την ελληνικότητα των προϊόντων τους, αναγνωρίζοντας πως αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα τόσο για τον εσωτερικό ανταγωνισμό, αλλά και για τις προϋποθέσεις εξωστρέφειάς τους, καθώς το brand «Ελλάδα» είναι δημοφιλές στις αγορές του εξωτερικού. Συνεπώς, αυτό που κάνει το jamjar είναι να λειτουργεί ως πλατφόρμα για την προσέγγιση του καταναλωτή με ελληνικά custom made προϊόντα, μιας ευρύτατης γκάμας, καθώς κανείς μπορεί να βρει από ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα ως είδη βάπτισης και καλλυντικά.

«Για εμάς η διαφοροποίηση βρίσκεται στην καρδιά του DNA μας, αφού η έννοια της μοναδικότητας χαρακτηρίζει κάθε πτυχή της πλατφόρμας μας. Τα προϊόντα που παρουσιάζονται στο jamjar, είναι επιλεγμένα, «youniquelycreated» - μοναδικά, δηλαδή, φτιαγμένα - προϊόντα από ταλαντούχους designers, χειροτέχνες και δημιουργούς από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Πρωτότυπα προϊόντα, μακριά από τα συνηθισμένα, φτιαγμένα με μεράκι, φροντίδα, αγάπη και έννοια. Ξεχωριστές δημιουργίες που θέλουμε αντίστοιχα από πλευράς μας οι πελάτες μας να αποκτούν απολαμβάνοντας μια μοναδική shopping εμπειρία που βασίζεται στην τεχνολογική καινοτομία, το άριστο customer service & την μεγάλη μας αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε», λέει στο Insider.gr η co-founder του jamjar Βέρα Παπαγγελοπούλου (φωτό αριστερά), επεξηγώντας το συγκριτικό του πλεονέκτημα έναντι άλλων ελληνικών eshops.

Όσο για το focus στο κοινό, η κ. Παπαγγελοπούλου εξηγεί πως αυτή τη στιγμή η βασική στόχευση είναι στην ελληνική αγορά. «Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα γεννά παραδοσιακά δεξιοτέχνες και παραγωγούς προϊόντων με ιδιαίτερη απήχηση παγκοσμίως. Προς το παρόν, το jamjar δραστηριοποιείται και στοχεύει την ελληνική αγορά, μία αγορά αξιοσέβαστη, όσον αφορά στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά και με πολύ μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η επιχείρηση που διαχειριζόμαστε είναι βασισμένη στο διαδίκτυο, πάντα υπάρχει στο πλάνο η επέκτασή μας στο εξωτερικό. Η εμπειρία μας, όμως μας έχει μάθει να μη βιαζόμαστε και να προχωράμε σταθερά και συστηματικά. Γνωρίζουμε πλέον πως κάθε μας βήμα πρέπει να είναι προσεχτικά μελετημένο και στρατηγικά σχεδιασμένο ώστε να έχει και αποτέλεσμα», υπογραμμίζει.

Πώς, όμως,…συναντιούνται η πλατφόρμα και τα brands απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας; Με άλλα λόγια, πηγαίνει το jamjar στο…βουνό ή έρχεται το βουνό στο jamjar; «Η συνήθης διαδικασία προβλέπει μία απλή ηλεκτρονική αίτηση συμμετοχής, στην οποία ο ενδιαφερόμενος καλείται να παρουσιάσει στην ομάδα μας αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του. Εφόσον το έργο του συνάδει με τα κριτήρια του jamjar, ο δυνητικός μας συνεργάτης μπορεί άμεσα μετά την έγκριση της αίτησής του να ξεκινήσει το «στήσιμο» της σελίδας του στην πλατφόρμα μας. Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν έχουμε λειτουργήσει πολλές ως «κυνηγοί ταλέντων». Αναζητούμε πάντα ψαγμένες δημιουργίες που οι πελάτες μας δύσκολα θα βρουν αλλού, προϊόντα ιδιαίτερα με προσωπικότητα και άποψη. Όποτε, λοιπόν, πραγματικά εμπνευσμένες δημιουργίες προτείνουμε εμείς τη συνεργασία. Άλλωστε, κάπως έτσι ξεκινήσαμε το jamjar το 2012, με τη μέθοδο «πόρτα – πόρτα»!», αναφέρει η κ. Παπαγγελοπούλου.

Βέβαια, μια επιχείρηση made in Greece που προάγει το made in Greece δεν θα μπορούσε και να έχει τις αναγκαίες δυσκολίες που αυτό το made in Greece συνεπάγεται. «Με αποφασιστικότητα, επιμονή, όρεξη για δουλειά, προγραμματισμό και μια πινελιά ζαμανφουτισμού», απαντά η κ. Παπαγγελοπούλου στην ερώτηση αναφορικά με το πώς επιβιώνει μια επιχείρηση και μάλιστα όχι πολυεθνική στο σημερινό επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα. « Φυσικά και όπως κάθε ελληνική επιχείρηση ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με τις προκλήσεις της ελληνικής πραγματικότητας, όμως, δεν το βάζουμε κάτω! Δεν θέλουμε και δεν το αποδεχόμαστε ως επιλογή. Προσπαθούμε να αξιολογούμε την αποδοτικότητα των ενεργειών μας, να κάνουμε διορθώσεις στο μοντέλο μας, και ν’ αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες πελατών και δημιουργών προχωρώντας διαρκώς σε βελτιώσεις και αναβαθμίσεις. Σκοπός μας είναι να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι και να υποστηρίζουμε τους πελάτες μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Από τη δική τους ικανοποίηση πηγάζει και η δική μας ανταμοιβή», προσθέτει.