Την ώρα που οι αγορές είχαν όλη μέρα το βλέμμα στραμμένο στο Λονδίνο εν αναμονή της ομιλίας του διοικητή της ΕΚΤ, Mario Draghi, στο Open Forum της Bank of England, ο ίδιος αποφάσισε να μην δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το αν θα συνεχίσει το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης.

Κατά την ομιλία του ο κεντρικός τραπεζίτης δεν αναφέρθηκε στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ούτε και στις επόμενες κινήσεις  της Τράπεζας όσον αφορά στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και ενόψει της συνεδρίασης του Δεκεμβρίου.

O κ. Draghi υπογράμμισε τη σημασία του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας (SSM) και τη δημιουργία ενός ενιαίου πλαισίου προστασίας των καταθέσεων για τις τράπεζες της Ευρωζώνης.

Όπως επεσήμανε ο διοικητής της ΕΚΤ η διακυβέρνηση των διασυνοριακών αγορών πρέπει να είναι πραγματικά ελεύθερη, φέρνοντας μάλιστα ως παράδειγμα καλής διακυβέρνησης τα προγράμματα ABS των ΕΚΤ και BoE.

Γερμανικές προειδοποιήσεις

Νωρίς το πρωί της Τετάρτης, βέβαια, νέες προειδοποιήσεις κατέφθασαν από γερμανικού εδάφους, οι οποίες υπογράμμιζαν και πάλι τις αρνητικές επιπτώσεις της «υπερ-χαλαρής» νοσματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Συγκεκριμένα η επιτροπή «σοφών» της Γερμανίας, το πρωί της Τετάρτης κάλεσε τον κεντρικό τραπεζίτη να εγκαταλείψει εγκαίρως την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, αφού σύμφωνα με ετήσια έκθεση των οικονομικών συμβούλων της γερμανικής κυβέρνησης απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την αξιοπιστία τόσο των τραπεζών όσο και των καταθετών.

«Εάν η συγκεκριμένη πολιτική διατηρηθεί και τα επόμενα χρόνια, είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν σημαντικές προκλήσεις σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο» ανέφερε χαρακτηριστικά η επιτροπή των Γερμανών «σοφών».

Ταυτόχρονα κάλεσε την ΕΚΤ εφεξής, να λαμβάνει υπόψη της τους αναδυόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

«Διαμάχη» με ιστορία

Η πολιτική των μηδενικών επιτοκίων όμως δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται το μήλον της έριδος μεταξύ Γερμανίας και ΕΚΤ.

Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών έχει εφιστήσει ουκ ολίγες φορές την προσοχή του κεντρικού τραπεζίτη, επισημαίνοντας πως «το φθηνό χρήμα μπορεί να είναι ευλογία για τους δανειολήπτες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί κατάρα για τους αποταμιευτές. Παράλληλα πάντα υπογραμμίζονται και οι επιπτώσεις της εν λόγω πολιτική στην γερμανική οκονομία.

Η διαμάχη έχει αναζωπυρωθεί τον τελυταίο χρόνο με βολές εκατέρωθεν, με τον Draghi να εμμένει στο γεγονός ότι η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης θα ενισχύσει την οικονομική ανάκαμψη της Ευρωζώνης και τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του προγράμματος, παραπονούμενος για τα σημαντικά προβλήματα που αυτά προκαλούν στη Γερμανία.

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της ποσοτικής χαλάρωσης

Η «επίθεση» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αναίτια αφού οι αποφάσεις του κ. Draghi μετέτρεψαν μια από τις αγαπημένες συνήθειες των Γερμανών σε ένα ιδιαιτέρως κοστοβόρο χόμπι.

Σύμφωνα με έρευνα της Allianz το φθηνό χρήμα και τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ στοίχισαν μεταξύ 2010 και 2015 στους «πρωταθλητές της αποταμίευσης» Γερμανούς απώλειες τόκων ύψους 29,8 δισ. ευρώ, ποσό που αναλογεί στο 1,1 % του γερμανικού ΑΕΠ.

Βάσει αυτών των στοιχείων οι Γερμανοί αποταμιευτές μετρούν μαζί με τους Βέλγους και τους Σλοβάκους τις μεγαλύτερες απώλειες λόγω της χαλαρής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, με τη βοήθεια της οποίας το επιτελείο του Μario Draghi προσπαθεί να τονώσει την οικονομία της Ευρωζώνης.

«Τα τελευταία έξι χρόνια τα γερμανικά νοικοκυριά κατέγραψαν μεγάλες απώλειες», διαπιστώνoυν οι οικονομολόγοι της Allianz, υπολογίζοντας την κατά κεφαλήν ζημία στα 367 ευρώ.

Στον αντίποδα των πρωταθλητών της αποταμίευσης, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι φαίνεται να επωφελούνται από το φθηνό χρήμα, αφού το κέρδος για τα εισοδήματά τους από το χαμηλό επιτόκιο δανεισμού καταγράφεται μεγαλύτερο από τις απώλειες λόγω των χαμηλών επιτοκίων στις αποταμιεύσεις.

Τα τελεύταία πέντε χρόνια μάλιστα τα κέρδη αυτά ανήλθαν στα 130 δισ. ευρώ ή 400 ευρώ κατά κεφαλήν.

«Στους μεγάλους κερδισμένους συγκαταλέγονται οι χώρες της περιφέρειας, όπως η Πορτογαλία, η Ελλάδα και η Ισπανία», ανέφερε η συγκεκριμένη έκθεση. Σε αυτές τις χώρες τα κέρδη που προέκυψαν από την ακολουθούμενη πολιτική χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ ανήλθαν στα 1.200 ευρώ ανά άτομο.

Παρόλο που η έρευνα δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τις συνέπειες της νομισματικής πολιτικής στα πεδία των ακινήτων και των χρηματιστηριακών μετοχών, είναι γεγονός ότι το φθηνό χρήμα της ΕΚΤ δίνει σημαντική ώθηση και στα περιουσιακά στοιχεία.