Η άνοδος του Νάιτζελ Φάρατζ έχει ωθήσει τους πολιτικούς ηγέτες στην Ιρλανδία, τη Βόρεια Ιρλανδία, τη Σκωτία και την Ουαλία να εξετάζουν ένα μέχρι πρότινος αδιανόητο ενδεχόμενο: Τη διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι ενωτικοί, που επιθυμούν να διατηρηθεί η Ένωση, και οι εθνικιστές, που επιδιώκουν τον τερματισμό της, προετοιμάζονται για συνταγματικές αναταράξεις, εάν το Reform UK αναδειχθεί νικητής στις επόμενες εκλογές – είτε με τον Φάρατζ ως πρωθυπουργό είτε ως επίσημο αρχηγό της αντιπολίτευσης.
Σύμφωνα με τον Guardian, εκπρόσωποι και των δύο πλευρών εκτιμούν ότι μια κυβέρνηση υπό τον Φάρατζ θα μπορούσε να επισπεύσει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανένωση της Ιρλανδίας και να εφαρμόσει μέτρα καταστολής της μετανάστευσης, στα πρότυπα της πολιτικής του Τραμπ, τα οποία θα αποξένωναν τα κελτικά έθνη. Εξίσου ανησυχητική θεωρείται και η προοπτική μιας ισχυρής κοινοβουλευτικής παρουσίας του Reform ή της συμμετοχής του σε κυβέρνηση συνασπισμού.
«Είναι πιθανό ότι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια οι άνθρωποι στο νησί της Ιρλανδίας θα κοιτούν απέναντι, πέρα από την Ιρλανδική Θάλασσα, προς μια χώρα όπου ομάδες συλλήψεων, παρόμοιες με εκείνες της ICE, θα συλλαμβάνουν ανθρώπους από τους δρόμους», δήλωσε ο Μαρκ Ντρέικφορντ, πρώην πρώτος υπουργός της Ουαλίας, αναφερόμενος στην αμερικανική Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE).
Ο Ντρέικφορντ, ο οποίος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι θα αγωνιστεί για τη διατήρηση της Ένωσης, ανησυχεί ότι η πολιτική πραγματικότητα στη Βρετανία έχει αλλάξει αμετάκλητα. Εκφράζει επίσης τον φόβο ότι «ενδέχεται να μην υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος» για μια νηφάλια και εμπεριστατωμένη συζήτηση σχετικά με το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου, εάν ο Φάρατζ εγκατασταθεί στην Ντάουνινγκ Στριτ ή εάν το Reform αυξήσει σημαντικά τις κοινοβουλευτικές του έδρες από τις οκτώ που κατέχει σήμερα.
«Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια εθελοντική ένωση τεσσάρων εθνών και, σε κάθε εθελοντική ένωση, οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα τόσο να παραμείνουν όσο και να αποχωρήσουν.»
Ο πρώην ηγέτης των Εργατικών στην Ουαλία διατύπωσε αυτές τις προειδοποιήσεις την περασμένη εβδομάδα σε συνέδριο στο Μπέλφαστ, που διοργάνωσε το Σοσιαλδημοκρατικό και Εργατικό Κόμμα (SDLP), όπου προσωπικότητες από ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία εξέφρασαν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο να οδηγηθούν αιφνιδιαστικά («να εξαναγκαστούν») σε δημοψήφισμα για την επανένωση της Ιρλανδίας.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Ιρλανδίας, Τζιμ Ο'Κάλαχαν, δήλωσε ότι το Δουβλίνο θα πρέπει να αρχίσει να προετοιμάζεται για την επανένωση, αντί να περιμένει τον αγγλικό εθνικισμό να καθορίσει το χρονοδιάγραμμα. «Το μέλλον μπορεί να μην ακολουθήσει την προβλέψιμη πορεία των συζητήσεων και της συναίνεσης», είπε.
Οι Ιρλανδοί ηγέτες εκτιμούν ότι η ετήσια δημοσιονομική επιχορήγηση του Ηνωμένου Βασιλείου προς τη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία υπολογίζεται μεταξύ 6 και 20 δισεκατομμυρίων λιρών, θα μπορούσε να μετατραπεί σε κεντρικό σύνθημα της πολιτικής εκστρατείας του Φάρατζ, όπως συνέβη κατά την περίοδο του Brexit με τον ισχυρισμό ότι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση κόστιζε στη Βρετανία 350 εκατομμύρια λίρες την εβδομάδα.
«Περιμένετε μέχρι να δει τον λογαριασμό μας», δήλωσε η Κλερ Χάνα, επικεφαλής του SDLP. «Νομίζω ότι, αν οι Άγγλοι εθνικιστές συνειδητοποιήσουν πραγματικά το μέγεθος των πόρων που απαιτεί η Βόρεια Ιρλανδία, αυτό θα μπορούσε να μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα και αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.»
«Το Brexit ήταν ένα μάθημα για το πώς δεν πρέπει να γίνεται η συνταγματική αλλαγή και, από τότε, η βρετανική πολιτική έχει αλλάξει με δομικό τρόπο», είπε η Χάνα. «Δεν μπορούμε πλέον να λέμε ότι το φαινόμενο Νάιτζελ Φάρατζ είναι μια παροδική μόδα. Δυστυχώς, αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής του Ηνωμένου Βασιλείου. Γι’ αυτό είναι συνετό να σκεφτούμε το δικό μας συνταγματικό μέλλον και να μη μείνουμε παθητικοί θεατές, αφήνοντας την πολιτική να μας οδηγήσει όπου εκείνη επιλέξει.»
Το Σιν Φέιν έχει εδώ και χρόνια ως κεντρικό του στόχο τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανένωση της Ιρλανδίας – το οποίο η βρετανική κυβέρνηση μπορεί να προκηρύξει οποιαδήποτε στιγμή – αλλά υποστηρίζει ότι αυτό πρέπει να προηγηθεί από διαβούλευση και ουσιαστική προετοιμασία. «Δεν μπορούμε να αντέξουμε το ρίσκο να εξαρτόμαστε από το τι μπορεί να προκύψει στη συνέχεια από το Λονδίνο», δήλωσε ο Κόνορ Μέρφι, πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας (Stormont) εκ μέρους του Σιν Φέιν και σήμερα γερουσιαστής στην Ιρλανδία.
Ο Μέρφι εκτιμά ότι η ετήσια δημοσιονομική επιχορήγηση της Βόρειας Ιρλανδίας είναι χαμηλότερη από 6 δισεκατομμύρια λίρες, αλλά θεωρεί ότι ο Φάρατζ θα μπορούσε να αξιοποιήσει πολιτικά την εκτίμηση των 20 δισεκατομμυρίων. «Θα μπορούσε να πει: “Θα εξοικονομήσουμε αυτά τα χρήματα αφήνοντας τους Ιρλανδούς να φύγουν. Καλή τύχη και αντίο.” Θα μπορούσε να το κάνει. Δεν λέω ότι θα το κάνει, αλλά είναι μέσα στη λογική της πολιτικής τους. Είναι μια προσέγγιση τύπου Τραμπ. Είναι απρόβλεπτη.»
Σύμφωνα με τον Μέρφι, το Σιν Φέιν προτρέπει το Δουβλίνο να ξεκινήσει συνομιλίες με τους Βρετανούς ομολόγους του – «όσο υπάρχει ακόμη κάποιος λογικός άνθρωπος στο Γουάιτχολ» – ώστε να αποσαφηνιστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις διεξαγωγής ενός δημοψηφίσματος. «Πρέπει να τεθούν από τώρα τα θεμέλια, να συμφωνηθούν οι βασικοί κανόνες και να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν προστατευμένοι από οποιοδήποτε χάος ενδέχεται να προκύψει.»
Το κόμμα Φάιν Γκέιλ, το οποίο συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό της Ιρλανδίας, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για μια ενωμένη Ιρλανδία στο ετήσιο συνέδριό του τον Νοέμβριο.
Ο Λίο Βαράντκαρ, πρώην πρωθυπουργός της Ιρλανδίας (Taoiseach) και πρώην ηγέτης του Φάιν Γκέιλ, δήλωσε ότι δεν θεωρεί πιθανή μια κυβέρνηση υπό τον Φάρατζ. Ωστόσο, αν αυτό συνέβαινε, πιστεύει ότι η Ιρλανδία θα μπορούσε να οδηγηθεί αιφνιδιαστικά σε δημοψήφισμα για τα σύνορα. «Ένας επιταχυντικός παράγοντας θα μπορούσε να είναι μια κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπό το Reform, η οποία θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη γραμμή του Brexit, θα υποστήριζε ότι το Brexit απέτυχε επειδή δεν εφαρμόστηκε σωστά, θα επιδίωκε μια ακόμη πιο σκληρή απομάκρυνση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα άνοιγε εκ νέου ζητήματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).»
Ο Φάρατζ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την επαναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής, η οποία στηρίζεται στην εφαρμογή της Σύμβασης, με στόχο – όπως υποστηρίζει – να ανακοπούν οι αφίξεις μεταναστών με μικρά σκάφη στις ακτές της Αγγλίας.
Στη 15η έρευνά τους για τις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση στη Βόρεια Ιρλανδία, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Queen’s του Μπέλφαστ, Κέιτι Χέιγουορντ και Ντέιβιντ Φίνεμορ, διαπίστωσαν ότι η υποστήριξη υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι αισθητά υψηλότερη στη Βόρεια Ιρλανδία (36%) σε σύγκριση με το σύνολο του Ηνωμένου Βασιλείου (29%).



