Upd. 14:55
Πιέσεις στις τράπεζες και επιλεκτικό αγοραστικό ενδιαφέρον σε μη τραπεζικά blue chips συνθέτουν την εικόνα στο ταμπλό της Λεωφόρου Αθηνών, στην τελευταία συνεδρίαση μιας επεισοδιακής εβδομάδας, με το ενδιαφέρον επενδυτών και αναλυτών να μονοπωλείται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Η πιθανή διάρκεια των συγκρούσεων είναι η μεταβλητή που προσπαθούν να «αποκωδικοποιήσουν» οι αγορές, καθώς από αυτή θα εξαρτηθεί το πόσο σοβαρά θα διαταραχθούν οι προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου και οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης. Λίγο πριν συμπληρωθεί μία εβδομάδα από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, δεν διαφαίνεται ακόμη κάποιο ορατό τέλος.
Για την πλειονότητα των αναλυτών, το βασικό σενάριο προβλέπει έναν «σχετικά σύντομο πόλεμο», ωστόσο στην πλειονότητά τους προειδοποιούν ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος η σύγκρουση να διαρκέσει περισσότερο. Δεδομένων των επανειλημμένων δηλώσεων των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ ότι στόχος είναι η «αλλαγή καθεστώτος», υπάρχει ο κίνδυνος οι επιθέσεις να συνεχιστούν για αρκετούς μήνες, διαταράσσοντας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με την Commerzbank, ακόμη και σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει πραγματική έλλειψη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, η μείωση της προσφοράς θα οδηγούσε σχεδόν βέβαια σε άνοδο των τιμών. Μια μείωση της προσφοράς κατά 20% θα μπορούσε να οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι. Και σε περαιτέρω αύξηση στις τιμές του LNG.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα καθιστούσε επίσης το περιβάλλον για τις μετοχές λιγότερο ευνοϊκό. Οι αναλυτές σήμερα αναμένουν ότι τα κέρδη των εταιρειών που περιλαμβάνονται στον δείκτη MSCI World θα αυξηθούν το 2026 κατά 14%. Η Commerzbank θεωρεί αυτές τις εκτιμήσεις «κάπως υψηλές» και επισημαίνει ότι μια μακροχρόνια πολεμική σύγκρουση θα απαιτούσε ακόμη μεγαλύτερη αναθεώρηση προς τα κάτω. Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι πιθανό να επιβραδύνει την αύξηση των πωλήσεων, καθώς θα αποδυναμώσει την παγκόσμια οικονομία. Ταυτόχρονα, οι υψηλές ενεργειακές τιμές θα αυξήσουν το κόστος για πολλές επιχειρήσεις και θα συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Σε αυτή την περίπτωση, η διόρθωση στις χρηματιστηριακές αγορές θα μπορούσε να παραταθεί για αρκετούς μήνες, με τον δείκτη MSCI World να υποχωρεί κατά 10% έως 20% από τα υψηλά του.
Στη Λεωφόρο Αθηνών ο Γενικός Δείκτης λίγο πριν τις 15:00 υποχωρεί 1,81% στις 2.132,47 μονάδες. Νωρίτερα ο ΓΔ βρέθηκε έως τις 2.128 μονάδες.
Πτωτικά από την έναρξη των συναλλαγών και ο δείκτης των τραπεζών, που καταγράφει απώλειες 2,64% στις 2.381,65 μονάδες. Στη σύνθεσή του η ΕΤΕ υποχωρεί 2,57%, η Τρ. Πειραιώς 3,72%, η Eurobank 2,44% και η Alpha Bank 2,04%. Παρεμφερείς απώλειες για τις Optima και Τρ. Κύπρου που υποχωρούν περί του 2%-2,2%.
Στο σύνολο του ταμπλό η αναλογία ανοδικών/καθοδικών μετοχών διαμορφώνεται σε 1:2,5 με 34 τίτλους σε θετικό έδαφος, 88 σε αρνητικό και 28 αμετάβλητους.
Ο τζίρος συγκρατημένος, καθώς διαμορφώνεται σε 133,5 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 12,25 εκατ. ευρώ σε προσυμφωνημένες συναλλαγές.
Στη σύνθεση του FTSE Large Cap ανοδικά ξεχωρίζουν οι μετοχές των Motor Oil και Helleniq Energy με κέρδη 3,50% και 2,41% αντίστοιχα. Στο +1,39% κινείται η ElvalHalcor, ενώ κέρδη περί του 0,7%-0,8% καταγράφουν οι ΟΤΕ και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Στον αντίποδα, τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχονται οι Τιτάν και Cenergy με απώλειες 4,60% και 4,42% αντίστοιχα.