Για χρόνια, το «σταθερό background» των αγορών ήταν λίγο-πολύ γνωστό. Η αξία και ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου αυξάνονταν, οι αλυσίδες εφοδιασμού γίνονταν όλο και πιο διεθνοποιημένες και το κόστος ήταν το βασικό κριτήριο οργάνωσης της παραγωγής.
Μπαίνοντας στο 2026, η γεωπολιτική μπαίνει δυναμικά στην εξίσωση, όχι μόνο ως πηγή αβεβαιότητας ή μεταβλητότητας, αλλά ως παράγοντας που ενσωματώνεται στην «αρχιτεκτονική» της παγκόσμιας οικονομίας. Στον νέο παγκόσμιο χάρτη των επενδύσεων, δίπλα σε παραδοσιακές μεταβλητές όπως η ανάπτυξη και τα επιτόκια, μπαίνουν πιο κεντρικά οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου και η ασφάλεια ως συνιστώσα του οικονομικού και επενδυτικού κύκλου.
Το εμπόριο δεν είναι μόνο εμπόριο
Σε πρόσφατη ανάλυσή της για τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, η J.P. Morgan Asset Management έκανε λόγο για μετάβαση σε μια νέα λογική, από το φθηνότερο στο ασφαλέστερο. Αυτό που αλλάζει δεν είναι απλώς οι εμπορικές ροές, αλλά τα κριτήρια με τα οποία σχεδιάζονται. Η βελτιστοποίηση δεν γίνεται πλέον με μοναδικό ή βασικό κριτήριο το κόστος, αλλά κερδίζει έδαφος η βελτιστοποίηση σε όρους ασφάλειας.
Επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, ειδικά σε κρίσιμους κλάδους, αρχίζουν να υπολογίζουν περισσότερο την ανθεκτικότητα, την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και τον πολιτικό κίνδυνο. Με άλλα λόγια, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο πού παράγεται κάτι, πόσο εύκολα «ασφαλίζεται» η τροφοδοσία και πόσο θωρακισμένη είναι η πρόσβαση σε κρίσιμες εισροές.
Με την προσέγγιση αυτή συμφωνούν και οι αναλυτές της UBS, εξηγώντας ότι αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι γεωπολιτικές εξελίξεις μετατρέπονται σε επενδυτική πραγματικότητα. Το κρίσιμο πλέον δεν είναι μόνο το πόσο παράγεις, αλλά το «πού» και με ποια προέλευση πρώτων υλών. Αυτό επηρεάζει το είδος και τη γεωγραφία των παραγωγικών μονάδων, καθώς και το ποια υλικά θα αναδειχθούν ως «στρατηγικής σημασίας» και θα προσελκύσουν αυξημένες επενδυτικές εισροές.
Άμυνα και ασφάλεια
Η J.P. Morgan σχολιάζει ότι, εκεί όπου το εμπόριο και οι αλυσίδες εφοδιασμού συναντούν την ασφάλεια και την ενέργεια, προκύπτουν ευκαιρίες και κίνδυνοι. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί πια μόνο ως παράγοντας μεταβλητότητας, αλλά μετατρέπεται σε πλαίσιο μέσα στο οποίο αποφασίζονται δαπάνες, επενδύσεις και βιομηχανικές πολιτικές.
Ωστόσο, η αγορά δεν αντιμετωπίζει πλέον την άμυνα ως αυτόματο «στοίχημα» κάθε φορά που αυξάνεται η ένταση. Αντίθετα, οι επενδυτές κοιτούν το πώς οι εξοπλιστικοί προϋπολογισμοί και τα προγράμματα μετατρέπονται σε αναθέσεις έργων, παραγγελίες και, τελικά, σε αναθεωρήσεις κερδών για τις εταιρείες του κλάδου.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης είναι η Rheinmetall. Η Morgan Stanley, επικαλούμενη ρεπορτάζ του Politico, την περιγράφει ως «τη μεγαλύτερη ωφελημένη, με διαφορά» από το νέο κύμα γερμανικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, αναφέροντας 53 ξεχωριστές γραμμές προγραμματισμού προμηθειών συνολικής αξίας άνω των 88 δισ. ευρώ, ισχυρή εισροή νέων παραγγελιών και μερίδιο κοντά στο 50% στις γερμανικές παραγγελίες. Αυτό καταδεικνύει ότι η αγορά δεν «αγοράζει άμυνα» έτσι απλά, αλλά παρακολουθεί τη διαδρομή από τα προγράμματα και τις αναθέσεις προς τα κέρδη.
Κάπως έτσι, η «ασφάλεια» έχει ήδη μετατραπεί σε έναν κύκλο επενδύσεων. «Μεταφράζεται» δηλαδή σε κεφαλαιουχικές δαπάνες και δημόσιες επενδύσεις και επηρεάζει εταιρείες, αλυσίδες παραγωγής και αποτιμήσεις.
Κατακερματισμός και αποκλίσεις
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Standard Chartered, επισημαίνοντας ότι ο κατακερματισμός, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός, οι βιομηχανικές πολιτικές και η ενίσχυση των περιφερειακών «μπλοκ», επηρεάζουν πλέον πιο άμεσα το εμπόριο, την κίνηση κεφαλαίων και τη διάχυση της τεχνολογίας, οδηγώντας ταυτόχρονα σε αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Υπό κανονικές συνθήκες, αυτό θα σήμαινε χαμηλότερη πραγματική ανάπτυξη, λέει η Standard Chartered. Όμως, όπως εξηγεί, αυτή η τάση δεν εξελίσσεται «μόνη της», αντιθέτως συνυπάρχει με την ταχεία τεχνολογική πρόοδο. Η τεχνητή νοημοσύνη αντισταθμίζει, χωρίς να εξαφανίζει, την επίδραση του κατακερματισμού.
Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο μίγμα, που χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη ανάπτυξη, υψηλότερο πληθωρισμό και, κυρίως, μεγαλύτερη διασπορά. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το 2026 δεν θα είναι ένα ενιαίο «στοίχημα» για τις αγορές. Οι αποκλίσεις ανά χώρα, κλάδο και νόμισμα ενδέχεται να γίνουν πιο έντονες. Άλλοι θα ωφεληθούν από επενδύσεις και πολιτικές που «κουμπώνουν» στη νέα πραγματικότητα, ενώ άλλοι θα πιεστούν από το υψηλότερο κόστος κεφαλαίου, τις τριβές στο εμπόριο και τις αλλαγές στην γεωγραφία της παγκόσμιας παραγωγής.