Η τεχνολογία δεν σημαίνει νομοτελειακά εξέλιξη και όταν χρησιμοποιείται χωρίς ένα κανονιστικό πλαίσιο, δεν φέρνει αναγκαστικά πρόοδο, είναι το συμπέρασμα δύο πρόσφατων μελετών που αξιολογούν τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στα σχολεία, εντοπίζοντας κινδύνους και προβλήματα.
Η πρώτη μελέτη που υλοποιήθηκε στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο φανερώνει πως δύο στους τρεις καθηγητές εντοπίζουν προβλήματα με την κατάχρηση του ΑΙ στα σχολεία, καθώς διαπιστώνουν ότι το ChatGPT υποκαθιστά τον ανθρώπινο νου και εμποδίζει την παραδοσιακή διαδικασία της μάθησης.
Όπως επισημαίνουν οι Βρετανοί καθηγητές, οι μαθητές που χρησιμοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης σταματούν να σκέφτονται, δεν μαθαίνουν γραμματική, ορθογραφία, ούτε συντακτικό, με συνέπεια να αποκτούν προβλήματα στην γραπτή διατύπωση. Επιπλέον, δυσκολεύονται και στον προφορικό λόγο. Τα εργαλεία της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι συμπληρωματικά στην διαδικασία της μάθησης και δεν έχουν στόχο να την υποκαταστήσουν -γιατί τότε αντί να μάς κάνουν σοφότερους, μάς ξεκουτιαίνουν.
- Διαβάστε ακόμα - Social media και ανήλικοι: Τα νέα όρια της Ελλάδας, η ευρωπαϊκή συζήτηση και τα παραδείγματα άλλων χωρών
Η δεύτερη μελέτη του Brookings Institution των ΗΠΑ προειδοποιεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση κινδυνεύει να υποκαταστήσει την ανθρώπινη σκέψη, τονίζοντας την ανάγκη να μπουν παιδαγωγικά όρια και να προστατευτεί η κοινωνική μάθηση. Τα ευρήματα υποδεικνύουν πως η τεχνητή νοημοσύνη ωφελεί τη μάθηση μόνο αν εντάσσεται σε σωστά δομημένες μεθόδους και λειτουργεί συμπληρωματικά, όχι ανταγωνιστικά, προς την ανθρώπινη παρουσία. Το Brookings Institution συστήνει στα κράτη και τους εκπαιδευτικούς Οργανισμούς να αλλάξουν τον τρόπο μάθησης εντός της σχολικής αίθουσας, να σχεδιάσουν από κοινού εκπαιδευτικά εργαλεία με τη συμμετοχή δασκάλων, παιδιών και τοπικών φορέων και να εφαρμόσουν συστήματα που καθοδηγούν και δεν δίνουν έτοιμες απαντήσεις.
Επίσης να συνεχίσουν την έρευνα για την παιδική ανάπτυξη στην εποχή της ψηφιακής νοημοσύνης, να εξειδικεύσουν τους εκπαιδευτικούς στη χρήση των νέων ψηφιακών μέσων και να εξασφαλίσουν βιώσιμη χρηματοδότηση για την εξάλειψη των ψηφιακών ανισοτήτων. Την ίδια ώρα ωστόσο το Brookings Institution προειδοποιεί ότι πρέπει να θεσπιστούν αυστηροί κανόνες για την εκπαιδευτική τεχνολογία, να επιλεχθούν συστήματα που διασφαλίζουν την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων και να αναπτυχθούν μέθοδοι για την στήριξη των γονέων αναφορικά με τη σωστή χρήση της τεχνολογίας στο σπίτι. Το Brookings Institution εδρεύει στην Ουάσινγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και αποτελεί έναν από τους παλαιότερους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς έρευνας και ανάλυσης πολιτικής (thinktank) παγκοσμίως, ο οποίος επικεντρώνεται σε θέματα οικονομίας, διακυβέρνησης, εξωτερικής πολιτικής και παγκόσμιας ανάπτυξης.
Τα ανησυχητικά ευρήματα της αμερικανικής μελέτης και των βρετανών καθηγητών έρχονται να υπογραμμίσουν την ανάγκη να διασφαλιστεί με κανόνες η σχέση των ανηλίκων με την τεχνολογία. Ας μην ξεχνάμε πως αυτή η συζήτηση γίνεται στον απόηχο της απόφασης να απαγορευτεί η πρόσβαση των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στα social media στην Ελλάδα, ενώ την ίδια ώρα ανάλογες πρωτοβουλίες βρίσκονται σε στάδιο ζύμωσης σε άλλες χώρες, με την Αυστραλία να έχει πρωτοπορήσει παγκοσμίως στην προστασία των εφήβων από την «εμμονή με τα social media». Ωστόσο η Αυστραλία διαφοροποιήθηκε στο ότι θέσπισε το όριο της ψηφιακής ενηλικίωσης στα 16 έτη και όχι στα 15 έτη που έχει ζητήσει ως ενιαίο ευρωπαϊκό ηλικιακό όριο ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Αυτές οι αποφάσεις που είναι «δύσκολες» καθώς θεωρούνται αντιδημοφιλείς λήφθηκαν μετά την δημοσιοποίηση επιστημονικών ευρημάτων που αποκαλύπτουν το μέγεθος της βλαπτικής επίδρασης της αλόγιστης χρήσης της τεχνολογίας στην παιδική και την εφηβική ηλικία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που μοιραία κολλούν στους εθιστικούς αλγορίθμους των social media περνούν έως και 4 ώρες την ημέρα κάνοντας scrolling στις οθόνες των κινητών τους, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι ένας μαθητής σχολείου που παγιδεύεται σε αυτή την δραστηριότητα δεν έχει χρόνο ούτε για διάβασμα, ούτε για εξωσχολικές δραστηριότητες ούτε για σπορ.
Πέρα από την συσσωρευτική ζημιά που κάνουν όλα αυτά στην εκπαιδευτική διαδικασία, υπάρχει και η ψυχική και η σωματική διαταραχή των παιδιών καθώς και οι επιπτώσεις στην ψυχο-κοινωνική τους συμπεριφορά, που μεγιστοποιούν τους κινδύνους της έκθεσης των ανηλίκων στα social media και μάς υποχρεώνουν να βάλουμε ένα μέτρο-έστω και αναγκαστικά, έστω και με έναν αντιδημοφιλή Νόμο. Γιατί η τεχνολογία στα παιδιά (και στους ενηλίκους) δεν είναι αυτοσκοπός και η χρήση της απαιτεί σύνεση, όπως ισχύει για όλα τα πράγματα στη ζωή.