Η κρίση ακρίβειας στις ΗΠΑ και το πλήγμα που προκάλεσε ο πληθωρισμός μετά την πανδημία στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Έκτοτε η ακρίβεια έχει επιδεινωθεί και αυτό αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, λειτουργώντας πλέον αντίστροφα για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ που βλέπει τα ποσοστά αποδοχής του να κατακρημνίζονται.
Ακριβώς έξι μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, φαίνεται όλο και πιο πιθανό ότι οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων –όπου το σύνολο των 435 εδρών τίθεται σε επανεκλογή– περιπλέκοντας το έργο της κυβέρνησης Τραμπ. Το 2023, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είχε κερδίσει οριακή πλειοψηφία 220 έναντι 215 εδρών, με ποσοστό ψήφων 49,8% έναντι 47,2%. Ενόψει Νοεμβρίου, θεωρείται πολύ πιθανό (άνω του 80%) ότι οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν πλειοψηφία.

Στη Γερουσία θα τεθούν υπό διεκδίκηση 33 από τις 100 έδρες, εκ των οποίων 13 κατέχονται σήμερα από Δημοκρατικούς και 20 από Ρεπουμπλικάνους. Οι Δημοκρατικοί θα χρειαστεί να κερδίσουν τουλάχιστον 17 από αυτές τις 33 έδρες που θα τεθούν υπό διεκδίκηση, εφόσον δεν χάσουν κάποια από τις σημερινές δικές τους. Αυτό θα τους έδινε καθαρό κέρδος 4 εδρών και πλειοψηφία 51-49 στη Γερουσία. Το σενάριο αυτό, που μέχρι τον Απρίλιο του 2025 συγκέντρωνε πιθανότητες μικρότερες του 20%, σήμερα συγκεντρώνει πιθανότητες λίγο πάνω από 50%.
Η «βουτιά» του Τραμπ
Σύμφωνα με στοιχεία που επεξεργάστηκε η Berenberg, το καθαρό ποσοστό αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ είναι σήμερα το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί για οποιονδήποτε Αμερικανό Πρόεδρο από το 2009 και μετά.

Ο Μπαράκ Ομπάμα το 2009 είχε ξεκινήσει με ισχυρή θετική δημοτικότητα (περίπου +18%), η οποία 13 μήνες αργότερα είχε υποχωρήσει κοντά στο -4%. Η δεύτερη θητεία του ξεκίνησε πολύ χαμηλότερα, με αρνητικό πρόσημο, και λίγο μετά το πρώτο έτος διακυβέρνησης βρισκόταν κοντά στο -13%.
Παρόμοια πορεία με τη δεύτερη θητεία Ομπάμα ακολούθησε η πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Ξεκίνησε με ήπια αρνητικό καθαρό ποσοστό αποδοχής τον Φεβρουάριο του 2017 και τον Μάρτιο του 2018 βρισκόταν στο -12%. Διαδεχόμενος τον Τραμπ, ο Μπάιντεν ξεκίνησε με θετικό καθαρό ποσοστό αποδοχής άνω του 10%, για να βρεθεί 13 μήνες αργότερα στο -5%.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του με καλύτερες προϋποθέσεις, όχι μόνο σε σχέση με την πρώτη θητεία του, αλλά και συγκριτικά με τη δεύτερη θητεία Ομπάμα. Κι όμως, ενώ τον Φεβρουάριο του 2025 ο Τραμπ εμφάνιζε οριακά θετικό ποσοστό αποδοχής, αυτό σήμερα έχει διολισθήσει κάτω από το -15%.
Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν συγκεντρώνει θετικό καθαρό ποσοστό αποδοχής σε κανένα από τα βασικά πεδία πολιτικής και ότι η μεγαλύτερη επιδείνωση, σε σχέση με την έναρξη της θητείας του, καταγράφεται σε πεδία σχετικά με την οικονομία. Στο «μέτωπο» του πληθωρισμού και της ακρίβειας έχει υποχωρήσει στο -35%, ενώ στο μέτωπο της απασχόλησης και της οικονομίας στο -19% από το +5%. Παρόμοιας έκτασης επιδείνωση καταγράφεται και στο πεδίο της υγείας, από το -3% στο -24%.

Στο πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής, όπου οι προσδοκίες ήταν οι υψηλότερες, το καθαρό ποσοστό αποδοχής «βυθίστηκε» από το +11% στο -7% περίπου. Τέλος, στο δεύτερο πεδίο όπου ξεκίνησε από (οριακά) θετικό έδαφος, αυτό της εκπαίδευσης, σήμερα κινείται στο -15%.
Οικονομικός απολογισμός
Σχεδόν ενάμιση χρόνο από την έναρξη της δεύτερης θητεία του Τραμπ, η επίδρασή του στην οικονομία είναι πλέον ξεκάθαρη. Η δημοσιονομική πολιτική παραμένει επεκτατική, μέσω του «One Big Beautiful Bill». Τα νοικοκυριά έχουν ωφεληθεί από πρόσθετες φορολογικές επιστροφές, καθώς ορισμένες διατάξεις έχουν αναδρομική ισχύ, κάτι που λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην άνοδο των τιμών ενέργειας εν μέσω της κρίσης με το Ιράν.
Ωστόσο, εν μέσω της εκτίναξης των τιμών της βενζίνης λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε κατακόρυφα στο 49,8 τον Απρίλιο, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 74 ετών. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι για τα νοικοκυριά ο λόγος χρέους προς εισόδημα βρίσκεται στο 87%, μειωμένος σημαντικά από το 129% του 2007.
Στο μεταξύ, η έκθεση των αμερικανικών νοικοκυριών σε μετοχές κινείται σε ιστορικά υψηλά. Επωφελούνται από την άνοδο των αγορών, λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, και δαπανούν περισσότερα από όσα κερδίζουν, ένα φαινόμενο γνωστό ως «wealth effect». Αυτό δημιουργεί έναν σημαντικό κίνδυνο, καθώς μια απότομη διόρθωση στις αγορές θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία σε βαθιά ύφεση, σε μια περίοδο με περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικής αντίδρασης όταν τα ελλείμματα βρίσκονται στο 6% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ στο πεδίο της μετανάστευσης έχουν περιορίσει την προσφορά εργασίας. Η μείωση της μετανάστευσης αφαίρεσε σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα από την ανάπτυξη πέρυσι, ενώ το 2026, για πρώτη φορά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το μέγεθος του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας αναμένεται να μειωθεί. Σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις των δασμών, την αβεβαιότητα σε επίπεδο πολιτικής και την αποδυνάμωση των θεσμών, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026 και στο 1,5% τα επόμενα χρόνια, αισθητά χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο του 2%.
Ο πληθωρισμός έχει «σκαρφαλώσει» από το 2,4% στο 3,3% λόγω της ενεργειακής κρίσης, ενώ υπό τη νέα ηγεσία του Κέβιν Γουόρς η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ενδέχεται να προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων. Όμως η αποδυνάμωση της αξιοπιστίας της Fed και οι πολιτικές πιέσεις αυξάνουν τον κίνδυνο ανόδου των πληθωριστικών προσδοκιών.
Οι αναλυτές της Berenberg εκτιμούν ότι, για να βελτιώσει τις πιθανότητες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να διατηρήσει τον έλεγχο της Βουλής, ο Τραμπ θα χρειαστεί να αναδιπλωθεί σε ορισμένες από τις πιο επιζήμιες πολιτικές του, όπως οι δασμοί. Όμως τα πράγματα περιπλέκονται καθώς, όπως τονίζουν, η ανάγκη να επιστραφούν οι δασμοί του «liberation day», οι οποίοι ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, εμποδίζει των Πρόεδρο των ΗΠΑ να εκδώσει επιταγές στήριξης προς τα νοικοκυριά, το περίφημο «μέρισμα δασμών». Μένει να φανεί αν θα βρει έναν τρόπο, ώστε μέσα στους επόμενους έξι μήνες να ανατρέψει την αρνητική του εικόνα και να αποτρέψει την εκλογική ήττα.