Δυσοίωνες είναι οι εξελίξεις σε ό,τι αφορά την αντιστοίχηση προσόντων και προσφερόμενων θέσεων εργασίας για τους Έλληνες πτυχιούχους.

Σύμφωνα με έρευνα του ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ, μέχρι το 2010 στην Ελλάδα, το ποσοστό των εργαζομένων απόφοιτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η θέση εργασίας των οποίων υπολειπόταν του μορφωτικού τους επιπέδου, ήταν περίπου 1 στους 5 εργαζομένους και κυμαινόταν πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ωστόσο, από το 2011 το εν λόγω ποσοστό αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, με αποτέλεσμα το 2018 1 στους 3 (33,9%) εργαζομένους με πανεπιστημιακή μόρφωση να απασχολείται σε θέσεις εργασίας που απαιτούν λιγότερα προσόντα, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην τρίτη θέση στην ΕΕ των 28 σε ποσοστό κάθετης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων και απαιτήσεων θέσης εργασίας.

Όπως επισημαίνουν στην έρευνα οι συγγραφείς της, Χρήστος Γούλας, Χρήστος Ζάγκος και Νίκος Παΐζης, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα δεν ανταμείβει το επίπεδο εξειδίκευσης των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς υιοθετεί ένα μοντέλο που προκρίνει ως ικανοποιητικά προσόντα εργασίας τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, τη γνώση της αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο Proficiency, ενώ παράλληλα απαιτεί προϋπηρεσία και δεξιότητες που αποκτούνται μέσω αυτής.

Το παράδοξο ωστόσο της ελληνικής αγοράς εργασίας φαίνεται να είναι το γεγονός ότι το αντικείμενο εργασίας που προσφέρεται στα άτομα με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και προσόντα αντιστοιχεί σε επίπεδο ISCED 3 (απόφοιτος λυκείου) και η αμοιβή που αντιστοιχεί στην εν λόγω εργασίας είναι επιπέδου ISCED 2 (απόφοιτος γυμνασίου).

Το ζήτημα της κάθετης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, δηλαδή το φαινόμενο άτομα να εργάζονται σε θέσεις που απαιτούν λιγότερα προσόντα από αυτά που κατέχουν, δεν είναι κάτι νέο για την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας.

Ωστόσο από ότι φαίνεται δεν πρόκειται για παροδική τάση αλλά για σταθερή αυξητική ροπή εικοσαετίας, η οποία δεν αφορά περιορισμένο αριθμό παραγωγικών κλάδων αλλά σχεδόν στο σύνολό τους.

Η αναντιστοιχία ανά κλάδο

Όπως παρατηρεί το ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ για τα ποσοστά της κάθετης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων στην Ελλάδα ανά κλάδο παραγωγής, το 70,1% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που απασχολούνται στον κλάδο του εμπορίου και της επισκευής οχημάτων κατέχουν θέσεις εργασίας οι απαιτήσεις των οποίων υπολείπονται του μορφωτικού τους επιπέδου, με το συγκεκριμένο ποσοστό να έχει σχεδόν διπλασιαστεί (αύξηση 90,1%) από το αντίστοιχο ποσοστό κατά το έτος 2000.

Επίσης, ιδιαιτέρως υψηλά ποσοστά κάθετης αναντιστοιχίας παρατηρούνται στους κλάδους μεταφορών και αποθήκευσης (49,6%), μεταποιητικής βιομηχανίας (42,9%) και δημόσιας διοίκησης, άμυνας και ασφάλισης (42,2%).

Στον αντίποδα, οι κλάδοι στους οποίους οι εργαζόμενοι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο φαίνεται να ασκούν εργασίες αντίστοιχες των προσόντων τους είναι οι κλάδοι της εκπαίδευσης, της υγείας και των επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων.

Επιπλέον, η κάθετη αναντιστοιχία δεξιοτήτων είναι αυτή που φορτίζει αρνητικά τη σχέση κατάρτισης και απασχόλησης στην Ελλάδα. Ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται από έναν πρόσθετο, ανησυχητικό δείκτη: μόνο το 21,7% των ελληνικών επιχειρήσεων (έτος αναφοράς: 2015) παρέχουν στους εργαζομένους τους προγράμματα Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 72,6%.

Με άλλα λόγια, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν σε μια χρόνια, σταθερή και πλέον σχεδόν δομική παθογένεια της ελληνικής αγοράς εργασίας, την υπερεκπαίδευση, αποφεύγοντας να επενδύσουν στην κατάρτιση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων τους· τουλάχιστον όχι στο βαθμό και στην ποιότητα που η συγκυρία απαιτεί.

Την ίδια στιγμή επιδιώκουν να μετακυλήσουν στο εκπαιδευτικό σύστημα το κόστος της συνεχιζόμενης ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης που τους αναλογεί.