Η επιστροφή στην ύφεση για την ιαπωνική οικονομία θέτει νέους άξονες οικονομικής πολιτικής, με κύριο στόχο την τόνωση της κατανάλωσης, η οποία αντιπροσωπεύει το 60% του ΑΕΠ, ενισχύοντας ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αλλά και των συνταξιούχων. Παράλληλα, ένα δεύτερο σημείο της νέας στρατηγικής αποτελεί η ενθάρρυνση των επενδύσεων διαμορφώνοντας ένα πιο φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον στο εσωτερικό της χώρας. Τα νέα μέτρα που προωθεί η Ιαπωνία αποτελούν κατά πολλούς κεκαλυμμένη  προσπάθεια  αναθεώρησης των «σκληρών» σημείων των Abenomics (οικονομικό μείγμα που υιοθέτησε ο πρωθυπουργός της χώρας, Shinzo Abe, το οποίο περιλαμβάνει την αύξηση των δημοσίων δαπανών και την εκτύπωση χρήματος από την κεντρική τράπεζα). Όπως είναι γνωστό, τα μέτρα αυτά έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση από πολλούς οικονομολόγους δεδομένου ότι, δύο έτη μετά από την υιοθέτησή τους, η χώρα επανήλθε στην ύφεση, κυρίως λόγω της αύξησης της φορολογίας και της κάμψης της ζήτησης.

Ο αρμόδιος υπουργός, Akira Amari, χαρακτηρίζει τα δρομολογούμενα μέτρα ως ένα πλάνο έκτακτης ανάγκης το οποίο επιδιώκει να δώσει νέα πνοή στην ιαπωνική οικονομία, η οποία διανύει μια παρατεταμένη περίοδο δεκαπενταετούς αποπληθωρισμού.

Η νέα πολιτική στοχεύει στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης και προβλέπει 3% αύξηση του κατώτατου μισθού ενώ ένα πιο ρηξικέλευθο μέτρο αποτελεί η χορήγηση του επιδόματος ανεργίας σε άτομα άνω των 65 ετών με σκοπό να αυξηθεί με έμμεσο τρόπο το όριο συνταξιοδότησης. Παράλληλα, 10 εκατ. συνταξιούχοι που λαμβάνουν πενιχρές συντάξεις θα πάρουν πρόσθετο βοήθημα της τάξης των 30.000 γιέν (229 ευρώ).

Ακόμη, επιχειρείται η δημιουργία ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος, το οποίο θα προσελκύσει ξένες επιχειρήσεις προκειμένου να εξισορροπηθεί η μείωση 5% που σημειώθηκε κατά το τελευταίο εξάμηνο σε σχέση με πέρυσι.

Έτσι, βασική προεταιότητα αποτελεί απλοποίηση των επενδυτικών διαδικασιών για τις ΜΜΕ. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και το ενδεχόμενο μείωσης των φορολογικών επιβαρύνσεων από 32,11% που είναι σήμερα στο 30% .

Ωστόσο στον αντίποδα των ευνοϊκών μέτρων που δρομολογεί το ιαπωνικό υπουργείο Οικονομίας βρίσκεται το δημόσιο χρέος που έχει εκτιναχθεί στο 240% του ΑΕΠ, το οποίο δημιουργεί σκεπτικισμό στα κυβερνητικά στελέχη για το ποιες θα είναι τελικά οι εναλλακτικές πηγές εσόδων αν όχι οι επιχειρήσεις. Μια λύση στην οποία δείχνει να προσανατολίζεται το οικονομικό επιτελείο είναι η συνδρομή των επιχειρήσεων που σημειώνουν μεγάλα ποσοστά κερδοφορίας εξαιτίας του αδύναμου γιεν. Αυτό υποστηρίζει και ο πρωθυπουργός της χώρας, κ. Abe, ο οποίος σημειώνει ότι «είναι σημαντικό να συνδέονται τα κέρδη των εταιρειών με τις επενδύσεις και τις αυξήσεις στους μισθούς».

Οι συγκεκριμένες εξαγγελίες αποτελούν ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο και  αποσκοπούν εν μέρει και σε έναν άτυπο επαναπροσδιορισμό των Abenomics, τα οποία σύμφωνα με τους αναλυτές στερούνται κινήτρων για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας.

Όπως σημειώνει ο κ. Yoshimitsu Kobayashi,  πρόεδρος του επαγγελματικού σωματείου, Keizai Doyukai, «ένα σημαντικό μέρος των εγχώριων επιχειρήσεων καταφεύγουν στο εξωτερικό όπου το περιβάλλον είναι πιο ευνοϊκό». Ενδεικτικό παράδειγμα των κεφαλαίων που βγαίνουν εκτός Ιαπωνίας αποτελεί η περίπτωση του κ. Eikoh Harada, προέδρου του ομίλου Benesse, ο οποίος σκοπεύει να επενδύσει 200 δισ. γιέν (1,5 δισ. ευρώ) στο εξωτερικό μέσα στα επόμενα πέντε έτη.