Η Ελλάδα μείωσε την εξάρτησή της από τα συμβατικά καύσιμα όχι όμως και από τις εισαγωγές ενώ παραμένει ένας ελκυστικός ενεργειακός κόμβος όσον αφορά στο φυσικό αέριο. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά συμπεράσματα που περιέχει η πρώτη έκθεση για την Κατάσταση της Ενεργειακής Ένωσης που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη και εξετάζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί τους τελευταίους εννέα μήνες στους βασικούς άξονες δράσης της στρατηγικής για την Ενεργειακή Ένωση (IP/15/4497).

Όπως αναφέρεται στην έκθεση αν και η Ελλάδα κάνει μεγαλύτερη χρήση πετρελαίου και στερεών καυσίμων σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, εντούτοις, σε σύγκριση με το 1995, το μερίδιο των προϊόντων πετρελαίου και των στερεών καυσίμων στην ακαθάριστη εσωτερική κατανάλωση ενέργειας μειώθηκε (κατά 11 και 5 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα), ενώ το μερίδιο των αερίων και — σε μικρότερο βαθμό — της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αυξήθηκε (κατά 13 και 4 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα).

Παράλληλα, η  εξάρτηση από τις εισαγωγές –ειδικά όσον αφορά στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο-στην Ελλάδα, αν και μικρότερη σε σχέση με το παρελθόν, παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το 2013, η Ελλάδα εισήγαγε το 66 % των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία (85 % το 2005). Ο δείκτης συγκέντρωσης χώρας προμηθευτή είναι πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά, σε γενικές γραμμές, το ενεργειακό εμπορικό έλλειμμα (μετρούμενο ως ποσοστό του ΑΕΠ) είναι ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η δυναμικότητα διασύνδεσης ηλεκτρικής ενέργειας ήταν για την Ελλάδα 11 % το 2014 και με νέα έργα κοινού ενδιαφέροντος, μπορεί να επιτευχθεί επίπεδο 15 % για το 2030.

 

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει περιφερειακό κόμβο φυσικού αερίου δεδομένου ότι βρίσκεται στο σημείο εισόδου στην ΕΕ του νότιου διαδρόμου μεταφοράς φυσικού αερίου και έχει πρόσβαση σε ΥΦΑ (LNG – υγροποιημένο φυσικό αέριο), και προμήθειες φυσικού αερίου από τη Ρωσία.