Ο Σταύρος Μωραΐτης ψαρεύει εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες στα γαλάζια νερά γύρω από το ελληνικό νησί της Μήλου. Είναι συνηθισμένος στον ανταγωνισμό με τις σπάνιες μεσογειακές φώκιες-μονάχους, όμως πλέον η κλιματική αλλαγή έχει φέρει έναν πολύ πιο αδηφάγο αντίπαλο: τον λαγοκέφαλο.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, καθώς η θερμοκρασία των θαλασσών αυξάνεται, το συγκεκριμένο είδος έχει μεταναστεύσει από τα τροπικά νερά του Ινδικού Ωκεανού στη Μεσόγειο, περνώντας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Εξοπλισμένος με δόντια ικανά να διαπερνούν ακόμη και μεταλλικά κουτιά και με σώμα που περιέχει μια νευροτοξίνη έως και 1.000 φορές ισχυρότερη από το κυάνιο, ο λαγοκέφαλος έχει ελάχιστους φυσικούς θηρευτές.
Το είδος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά ύδατα το 2005, όμως ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί εκρηκτικά τα τελευταία χρόνια. Ο προσαρμοστικός και εξαιρετικά λαίμαργος λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus), όπως είναι γνωστός στην Ελλάδα από την επιστημονική του ονομασία, προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην αλιεία, έναν κλάδο που αποτελεί τη βασική οικονομική δραστηριότητα για πολλές παράκτιες κοινότητες.
«Είναι αχόρταγος και οι ψαριές μας έχουν μειωθεί κατά μέσο όρο 30% έως 40% σε σύγκριση με μόλις πριν από δύο χρόνια», δήλωσε ο Σταύρος Μωραΐτης, ο οποίος ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του και ψαρεύει τσιπούρες, ροφούς και καλαμάρια γύρω από τη Μήλο και τα γειτονικά νησιά των Κυκλάδων, την Κίμωλο και την Πολύαιγο.
Καθώς διακυβεύεται το μέλλον του δεύτερου μεγαλύτερου αλιευτικού στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναλάβει δράση. Στο πλαίσιο πιλοτικού προγράμματος, διαθέτει 1,5 εκατ. ευρώ (περίπου 1,7 εκατ. δολάρια) ως οικονομικό κίνητρο για την αλίευση του εισβολικού είδους. Οι αλιείς θα λαμβάνουν 5,33 ευρώ για κάθε κιλό λαγοκέφαλου που παραδίδουν, σύμφωνα με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά.
Πρόκειται για την πρώτη οργανωμένη ελληνική πρωτοβουλία αντιμετώπισης μιας απειλής που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και την εξάπλωση ενός ξενικού είδους. Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο η προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας όσο και τα μέσα βιοπορισμού σχεδόν 16.000 επαγγελματιών αλιέων.
Ο λαγοκέφαλος τρέφεται τόσο με τα ενήλικα άτομα όσο και με τους γόνους άλλων ειδών, ενώ ανταγωνίζεται τα ντόπια ψάρια για την τροφή τους, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη πιεσμένα θαλάσσια οικοσυστήματα, τα οποία δοκιμάζονται από την άνοδο της θερμοκρασίας των υδάτων.
Ο παράγοντας της αύξησης θερμοκρασίας των υδάτων
Σύμφωνα με στοιχεία του Συστήματος Παρακολούθησης και Πρόγνωσης Παράκτιων Περιοχών των Βαλεαρίδων Νήσων, η μέση θερμοκρασία των υδάτων της Μεσογείου βρίσκεται σήμερα περισσότερο από 3 βαθμούς Κελσίου πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας των θαλασσών έφτασε τον Ιούνιο τους 20,86 βαθμούς Κελσίου, σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί ποτέ για την εποχή του έτους, σύμφωνα με την Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής Copernicus.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό στην ενίσχυση του φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο συμβάλλει στην περαιτέρω άνοδο των θερμοκρασιών των ωκεανών και των θαλασσών παγκοσμίως.
Η κλιματική αλλαγή επιταχύνει την εξάπλωση πολλών ξενικών θαλάσσιων ειδών, μεταβάλλοντας ριζικά τα θαλάσσια οικοσυστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Παρά τα δηλητηριώδη αγκάθια του, το λεοντόψαρο (Indo-Pacific lionfish), το οποίο προέρχεται από τον Ινδο-Ειρηνικό, έχει εξελιχθεί σε δημοφιλές έδεσμα σε εστιατόρια της Κύπρου, ενώ πλέον έχει εξαπλωθεί και στα ελληνικά ύδατα.
Την περασμένη χρονιά, οι Άγγλοι αλιείς κατέγραψαν ιδιαίτερα μεγάλες αλιεύσεις χταποδιών, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας στον Βόρειο Ατλαντικό ευνόησε την εξάπλωσή τους. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή είχε αρνητικές συνέπειες για τους πληθυσμούς των οστρακοειδών, τα οποία αποτελούν βασική λεία των χταποδιών.
Η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών επηρεάζει επίσης το πλαγκτόν, το οποίο αποτελεί τη βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας. Οι μεταβολές στους πληθυσμούς του μπορούν να έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρο το θαλάσσιο οικοσύστημα, επηρεάζοντας από τα μικρότερα ψάρια έως τα μεγαλύτερα θαλάσσια θηλαστικά και, τελικά, την ίδια την αλιευτική παραγωγή.
Η ανησυχία για τα δόντια
Καθώς ο πληθυσμός του λαγοκέφαλου αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, η Ελλάδα θα επικεντρώσει την πιλοτική επιχείρηση περιορισμού του στην Κρήτη και στο Νότιο Αιγαίο, όπου η εξάπλωση του είδους είναι εντονότερη. Οι αλιείς καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα ψάρι του οποίου τα τέσσερα δόντια, ενωμένα σε μια δομή που μοιάζει με ράμφος λαγού, μπορούν να κόψουν ακόμη και τα συνηθισμένα αλιευτικά δίχτυα.
Αυτή η εξαιρετικά ισχυρή δαγκωματιά έχει προκαλέσει φέτος το καλοκαίρι έντονη συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα, με αναρτήσεις που ισχυρίζονται ότι λαγοκέφαλοι επιτίθενται σε λουόμενους. Ωστόσο, προς ανακούφιση μιας χώρας όπου ο τουρισμός αποτελεί τον σημαντικότερο οικονομικό κλάδο, η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο ανησυχητική. Σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), έχει καταγραφεί μόνο μία επίθεση, η οποία σημειώθηκε στην Κρήτη πριν από τέσσερα χρόνια.
Η φήμη του λαγοκέφαλου ως επικίνδυνου ψαριού ενισχύεται και από την ισχυρή τοξικότητά του. Η κατανάλωσή του μπορεί να προκαλέσει μυϊκή αδυναμία, παράλυση και σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια, καταστάσεις που ενδέχεται να αποβούν απειλητικές για τη ζωή. Αν και στην Ιαπωνία θεωρείται εκλεκτό έδεσμα και παρασκευάζεται αποκλειστικά από ειδικά εκπαιδευμένους σεφ, στην Ευρώπη η κατανάλωσή του απαγορεύεται.
Οι λουόμενοι, πάντως, δεν θα πρέπει να ανησυχούν ιδιαίτερα, καθώς το είδος αποφεύγει την επαφή με τον άνθρωπο, σύμφωνα με τον Γιώργο Τσέρπη, διευθυντή ερευνών του ΕΛΚΕΘΕ.
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος», δήλωσε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ο λαγοκέφαλος είναι πιθανό να αποτελέσει μόνιμο μέρος του ελληνικού θαλάσσιου οικοσυστήματος στο μέλλον. «Η κλιματική αλλαγή ευνοεί αυτού του είδους τα ψάρια», πρόσθεσε.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Σταύρος Μωραΐτης, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του Αλιευτικού Συλλόγου Μήλου. Όπως σημειώνει, ακόμη και όταν το πρόγραμμα αλίευσης επεκταθεί σε ολόκληρη την Ελλάδα, το υψηλό κόστος που συνεπάγεται η χρήση ειδικών αλιευτικών διχτυών σημαίνει ότι δύσκολα θα περιοριστεί ουσιαστικά ο συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός του είδους.
«Η επιχείρηση περιορισμού είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά άργησε να εφαρμοστεί», δήλωσε ο Μωραΐτης. «Ο λαγοκέφαλος ήρθε για να μείνει».



