Είτε μιλάμε για την 4η βιομηχανική επανάσταση, είτε για βιώσιμη ανάπτυξη, είτε για καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, είναι αρκετά ευρέως αποδεκτό πως ο κόσμος αλλάζει ταχύτατα και ριζικά. Σε αυτή τη συζήτηση, πολλά λέγονται για τις παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν την προσαρμογή, αλλά και την ευημερία μας, στη νέα εποχή. Άλλοι υπογραμμίζουν την ανάγκη επενδύσεων, άλλοι την ανάγκη υποδομών, άλλοι τη θέσπιση σύγχρονων κανόνων, κοκ. Αναπόφευκτα, η προσαρμογή μας θα απαιτήσει παρεμβάσεις σε όλα αυτά. Όμως, βλέποντας το διεθνή προβληματισμό, υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών για την οποία όλοι συμφωνούν πως είναι πρωταρχικής σημασίας η άμεση, και όσο το δυνατόν πληρέστερη, προσαρμογή στη νέα εποχή. Καμία επένδυση και καμία νέα τεχνολογία, δεν θα μπορέσει να συμβάλει τα μέγιστα χωρίς ανθρώπους με γνώσεις και δεξιότητες για τη διαχείρισή τους.

Για αυτό άλλωστε, τόσο στην ΕΕ, όσο και σε όλες τις πολιτικές των αναπτυγμένων κρατών, η ανάπτυξη σύγχρονων δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί βασική προτεραιότητα πολιτικής και πεδίο ανάπτυξης συνεργειών μεταξύ πολιτείας, επιχειρήσεων και φορέων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Σύμφωνα με το CEDEFOP, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, τρία είναι τα βασικά ζητούμενα για τη μεγιστοποίηση της συμβολής του ανθρώπινου δυναμικού στην οικονομική ανάπτυξη: Τα συστήματα ανάπτυξης δεξιοτήτων να παρέχουν στο ανθρώπινο δυναμικό τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες, το ανθρώπινο δυναμικό να προσφέρει ενεργά τις δεξιότητές του στην αγορά εργασίας, δηλαδή απασχολείται ή αναζητά εργασία ενεργά, και η αντιστοίχιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας είναι αποτελεσματική. Το τρίπτυχο ανάπτυξη-ενεργοποίηση-αξιοποίηση δεξιοτήτων πρέπει να αποτελέσει μια αδιαίρετη προσέγγιση για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.

Η Ελλάδα όμως παραμένει πολύ χαμηλά στους περισσότερους δείκτες. Στην Ανάπτυξη Δεξιοτήτων βρίσκεται στην 23η θέση στην ΕΕ. Τα προβλήματα αφορούν κυρίως στις επιδόσεις των συστημάτων δια βίου μάθησης και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης. Παράλληλα, οι Έλληνες μαθητές κινούνται χαμηλά στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, στο πλαίσιο της έρευνας PISA. Στην Ενεργοποίηση είναι στην 24η θέση, ενώ στην Αντιστοίχιση δεξιοτήτων, που αποτελεί και τη βάση για την αξιοποίησή τους, βρίσκεται στην τελευταία θέση στην ΕΕ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο όμως, η πρόοδος είναι μικτή. Από τη μία, έξι από τις 28 χώρες επιτυγχάνουν το Τρίπτυχο Ανάπτυξη-Ενεργοποίηση-Αξιοποίηση Δεξιοτήτων (οι Τσεχική Δημοκρατία, Φινλανδία, Σουηδία, Λουξεμβούργο, Σλοβενία και Εσθονία). Από την άλλη πλευρά, έξι χώρες έχουν χαμηλές επιδόσεις και στους τρεις δείκτες. (Γαλλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία).

Απαιτούνται συστηματικές μεταρρυθμίσεις

Για τη μεγιστοποίηση της συμβολής του ανθρώπινου δυναμικού στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας απαιτούνται συστηματικές μεταρρυθμίσεις με στενή συνεργασία δημοσίου τομέα και επιχειρήσεων.

Είναι κρίσιμη η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και την αύξηση της χρήσης νέων τεχνολογιών, που θα διευκολύνουν και στην πρακτική εφαρμογή των γνώσεων που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα, μέχρι τη δημιουργία σύγχρονων προγραμμάτων Αρχικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, με βάση την εργασία, σε ειδικότητες υψηλής ζήτησης, μέχρι τη Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Κατάρτιση με έμφαση στο reskilling και το upskilling και την ανάπτυξη σύγχρονων ψηφιακών δεξιοτήτων ιδίως των εξωστρεφών και δυναμικών κλάδων της οικονομίας. Παράλληλα, η βελτίωση της αποδοτικότητας της εργασιας με μείωση της φορολογικής της επιβάρυνσης, η αναβάθμιση της διασύνδεσης της ανώτατης εκπαίδευσης με τις επιχειρήσεις και σύγχρονες κοινωνικές υποδομές (όπως πχ παιδικοί σταθμοί) θα βελτιώσουν την ενεργοποίηση δεξιοτήτων. Στον τρίτο πυλώνα, η άρση των ρυθμιστικών εμποδίων που δυσχεραίνουν την επενδυτική επέκταση δυναμικών παραγωγικών και εξωστρεφών κλάδων της οικονομίας, η ριζική βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και εύρεσης εργασίας και της συνεργασίας τους με τις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις και η επανεισαγωγή του επαγγελματικού προσανατολισμού και της συμβουλευτικής από τη Δευτεροβάθμια έως την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, μαζί με αξιοποίηση του Μηχανισμού Διάγνωσης των Αναγκών της Αγοράς εργασίας είναι σημαντικά βήματα.

Αν δεν προχωρήσουμε σε άμεσες παρεμβάσεις σε αυτή την κατεύθυνση, θα μείνουμε πίσω. Και αν μείνουμε πίσω σήμερα, σε μια φάση γενικότερων ανακατατάξεων στην παγκόσμια οικονομία, ο γυρισμός θα είναι ακόμα πιο δύσκολος.