Η αντίληψη ότι οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου περνούν αμέσως στην αντλία, ενώ οι μειώσεις καθυστερούν να φτάσουν στον καταναλωτή, το λεγόμενο φαινόμενο «rockets and feathers», αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις βασικότερες αιτιάσεις για τη λειτουργία της ελληνικής αγοράς καυσίμων.
Παράλληλα, συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η ακρίβεια στην αντλία οφείλεται στα υψηλά περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων.
Πόσο όμως επιβεβαιώνονται αυτές οι δύο βασικές παραδοχές; Στο περιθώριο της παρουσίασης της νέας έρευνας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) για την παραβατικότητα στην αγορά καυσίμων την Δευτέρα, ο Σύνδεσμος Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ) επιχείρησε να δώσει τις δικές του απαντήσεις, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Με στοιχεία από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, το ΙΟΒΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιχειρεί να δείξει ποιοι παράγοντες επηρεάζουν πραγματικά τις τιμές στην αντλία, ποιος είναι ο ρόλος της φορολογίας, γιατί η πορεία της βενζίνης και του ντίζελ δεν ακολουθεί πάντα το Brent και πόσο ακριβή είναι τελικά η Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Είναι τελικά ακριβή η Ελλάδα;
Τα στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις 22 Ιουνίου 2026 δείχνουν ότι η απάντηση εξαρτάται από το αν εξετάζει κανείς τις τελικές τιμές στην αντλία ή την αξία του ίδιου του καυσίμου πριν από την επιβολή φόρων.
Στην αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων η Ελλάδα κατατάσσεται 5η ακριβότερη μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν συνυπολογίζονται οι φόροι. Ωστόσο, όταν αφαιρεθεί η φορολογία, η χώρα υποχωρεί στην 18η θέση, γεγονός που, σύμφωνα με τον ΣΕΕΠΕ, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των ειδικών φόρων και του ΦΠΑ στη διαμόρφωση της τελικής τιμής (στην βενζίνη αντιπροσωπεύουν το 55% της τελικής τιμής στην αντλία).
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο πετρέλαιο κίνησης. Με τους φόρους, η Ελλάδα βρίσκεται στην 19η θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, ενώ χωρίς αυτούς υποχωρεί στην 23η θέση. Κατά τον Σύνδεσμο, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η χώρα δεν συγκαταλέγεται στις ακριβότερες αγορές της Ευρώπης ως προς την τιμή του προϊόντος, αλλά επηρεάζεται σημαντικά από τη φορολογική επιβάρυνση.
Τι ισχύει τελικά με το «rockets and feathers»
Το λεγόμενο φαινόμενο «rockets and feathers» βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της συζήτησης για τη λειτουργία της αγοράς καυσίμων, καθώς περιγράφει την αντίληψη ότι οι αυξήσεις των διεθνών τιμών περνούν στην αντλία ταχύτερα από ό,τι οι μειώσεις.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΕΠΕ, Γιάννη Αληγιζάκη, η συγκεκριμένη σύγκριση βασίζεται σε μια λανθασμένη παραδοχή, καθώς αντιπαραβάλλει την τιμή του αργού πετρελαίου με τις τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης, οι οποίες αποτελούν διαφορετικά προϊόντα και επηρεάζονται από διαφορετικούς παράγοντες της διεθνούς αγοράς.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την περίοδο της κρίσης του Απριλίου 2026, όταν η τιμή του Brent αυξήθηκε κατά 31%, ενώ την ίδια περίοδο η διεθνής τιμή αναφοράς (Platts) της βενζίνης ενισχύθηκε κατά 46% και του πετρελαίου κίνησης κατά 72,4%. Όπως υποστήριξε, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι μεταβολές στις τιμές των τελικών καυσίμων δεν ακολουθούν μηχανικά την πορεία του αργού πετρελαίου.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι μεταβολές των διεθνών τιμών δεν αποτυπώνονται άμεσα στις αντλίες, καθώς μεσολαβεί ο κύκλος εφοδιασμού της αγοράς, ο οποίος διαρκεί περίπου τέσσερις ημέρες. Κατά τον ίδιο, η ίδια χρονική υστέρηση ισχύει τόσο στις αυξήσεις όσο και στις μειώσεις των τιμών.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και τα πορίσματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Ύστερα από οικονομετρική ανάλυση για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2019 έως τον Σεπτέμβριο του 2022, διαπιστώθηκε ότι στη χονδρική αγορά παρατηρείται σχετικά γρήγορη και συμμετρική μετακύλιση των τιμών από τα διυλιστήρια προς τις εταιρείες εμπορίας.
Η μοναδική εξαίρεση εντοπίστηκε στο πετρέλαιο θέρμανσης κατά το πρώτο μέρος της εξεταζόμενης περιόδου, όπου οι αυξήσεις μεταφέρονταν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις μειώσεις. Παράλληλα, η έκθεση αναφέρει ότι το περιθώριο μεταξύ τιμής διυλιστηρίου και χονδρικής (spread) δεν παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις σε κανένα από τα τρία βασικά προϊόντα, στοιχείο που συνδέεται και με τα χαμηλά επίπεδα κερδοφορίας των εταιρειών εμπορίας.
Ως παράδειγμα της λειτουργίας της αγοράς παρουσιάστηκε και η σύγκριση της διαμόρφωσης της μέσης τιμής της αμόλυβδης 95 οκτανίων μεταξύ 27 Ιουνίου και 19 Σεπτεμβρίου 2025. Στο διάστημα αυτό η μέση τιμή στην αντλία μεταβλήθηκε από 1,772 ευρώ σε 1,758 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το ποσοστό που αντιστοιχούσε στο περιθώριο των εταιρειών εμπορίας και των πρατηριούχων παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο, από 7,92% σε 8,08% της τελικής τιμής. Την ίδια στιγμή, περίπου 60% της τελικής τιμής συνέχισε να αφορά φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ περίπου 32% αντιστοιχούσε στην τιμή του διυλιστηρίου. Σύμφωνα με τον ΣΕΕΠΕ, η κατανομή αυτή καταδεικνύει ότι το μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής στην αντλία δεν σχετίζεται με τα περιθώρια των εταιρειών εμπορίας αλλά με τη φορολογία και το κόστος του ίδιου του καυσίμου.
Το παράδειγμα του 2026: Γιατί δεν ακολουθούν όλες οι τιμές την ίδια πορεία
Η διοίκηση του ΣΕΕΠΕ παρουσίασε ακόμη μια σύγκριση μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 26 Ιουνίου 2026, προκειμένου να δείξει ότι η διαμόρφωση των λιανικών τιμών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πορεία του Brent.
Στο συγκεκριμένο διάστημα η τιμή του Brent υποχώρησε οριακά από 72,48 σε 71,99 δολάρια ανά βαρέλι (-0,7%), ενώ το ευρώ ενισχύθηκε έναντι του δολαρίου, με την ισοτιμία να μεταβάλλεται από 1,1805 σε 1,1401 δολάρια ανά ευρώ (-3,4%). Ωστόσο, οι διεθνείς τιμές αναφοράς Platts αυξήθηκαν σημαντικά, κατά 26,4% στη βενζίνη (από 727,19 σε 919 δολάρια ανά τόνο) και κατά 18% στο πετρέλαιο κίνησης (από 763 σε 900,5 δολάρια ανά τόνο).
Τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών
Το ύψος των περιθωρίων κέρδους αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα στη συζήτηση για το κόστος των καυσίμων, καθώς συνδέεται άμεσα με το ερώτημα αν οι εταιρείες εμπορίας επηρεάζουν ουσιαστικά την τελική τιμή που πληρώνει ο οδηγός στην αντλία.
Με αυτό ως αφετηρία, ο ΣΕΕΠΕ παρουσίασε στοιχεία του ΙΟΒΕ, υποστηρίζοντας ότι τα περιθώρια κέρδους του κλάδου έχουν συρρικνωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και δεν αποτελούν τον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των λιανικών τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ που παρουσίασε ο ΣΕΕΠΕ, τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών καταγράφουν σημαντική συρρίκνωση, συνεχίζοντας την πτωτική πορεία των τελευταίων ετών.
Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι το περιθώριο κέρδους προ φόρων των εταιρειών εμπορίας συνέχισε να συρρικνώνεται τα τελευταία χρόνια. Από 0,5% το 2021 και το 2022, μειώθηκε σε 0,2% το 2023 και περιορίστηκε περαιτέρω σε 0,1% το 2024. Ο ΣΕΕΠΕ αποδίδει την εξέλιξη αυτή στη διατήρηση του πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους, το οποίο ισχύει από το 2021, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων.
Η μελέτη παρουσιάζει και τη διαχρονική εικόνα του κλάδου. Την περίοδο 2000-2009 το μέσο περιθώριο κέρδους προ φόρων ανερχόταν περίπου στο 1,5%, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2010-2015) πέρασε σε αρνητικό επίπεδο (-0,3%), ενώ την τετραετία 2016-2019 κινήθηκε μεταξύ 0,3% και 0,6%, πριν υποχωρήσει εκ νέου μετά το 2022.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με το σύνολο του ελληνικού χονδρικού εμπορίου. Το 2024 οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών εμφάνισαν περιθώριο προ φόρων μόλις 0,1%, όταν ο μέσος όρος του χονδρικού εμπορίου διαμορφώθηκε στο 4%.
Τι να περιμένουν οι οδηγοί το επόμενο διάστημα
Αν και η συζήτηση για τις τιμές των καυσίμων επικεντρώνεται συνήθως στο γιατί αυξάνονται και πόσο γρήγορα περνούν οι μεταβολές στην αντλία, το επόμενο διάστημα το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ουσιαστική αποκλιμάκωση. Οι εκτιμήσεις της αγοράς παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξες, χωρίς όμως να παραβλέπουν ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό παράγοντα αβεβαιότητας.
Οι εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι, εφόσον διατηρηθεί η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και αποκατασταθεί πλήρως η ομαλή διέλευση των δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ, το Brent θα μπορούσε να κινηθεί τους επόμενους μήνες στην περιοχή των 70 - 80 δολαρίων το βαρέλι. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα ρευστό και οποιαδήποτε νέα ένταση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανατρέψει τις προβλέψεις.
Εφόσον το συγκεκριμένο σενάριο επιβεβαιωθεί και δεν υπάρξουν νέες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, οι τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα θα μπορούσαν σταδιακά να επιστρέψουν κοντά στα επίπεδα του περασμένου έτους, με τη μέση τιμή της αμόλυβδης να διαμορφώνεται κάτω από τα 1,80 ευρώ ανά λίτρο και του πετρελαίου κίνησης κάτω από τα 1,60 ευρώ ανά λίτρο.
Μια τέτοια εξέλιξη ενδεχομένως θα μπορούσε να ανακόψει και την υποχώρηση της ζήτησης, η οποία καταγράφηκε τους προηγούμενους μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, τον Απρίλιο και τον Μάιο οι πωλήσεις βενζίνης μειώθηκαν κατά περίπου 5%, ενώ μικρότερη ήταν η πτώση στο πετρέλαιο κίνησης.



