Ως μία από τις πιο ακριβές χώρες της ΕΕ28 και του ΟΟΣΑ στα δεδομένα κινητής επικοινωνίας αποδεικνύεται η Ελλάδα σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της  Rewheel – της ανεξάρτητης ερευνητικής και συμβουλευτικής εταιρείας της Φινλανδίας, την ίδια στιγμή η συνδεσιμότητα αποτελεί την ψηφιακή αχίλλειο πτέρνα της χώρας αφού εδώ και πέντε χρόνια αποδεικνύεται το λιγότερο ανταγωνιστικό μέλος της ΕΕ. Η έρευνα ωστόσο κατάφερε να προκαλέσει την σκληρή αντίδραση των τηλεπικοινωνιακών παρόχων αλλά και της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) προκαλεί η έκθεση της φινλανδικής εταιρείας Rewheel για λογαριασμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού

Η Ελλάδα από τις πιο ακριβές χώρες της ΕΕ στα δεδομένα κινητής επικοινωνίας

Σύμφωνα με την μελέτη για την ανταγωνιστικότητα των τιμών συνδεσιμότητας κινητών δεδομένων στην Ελλάδα, την οποία ανέθεσε στη Rewheel η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Ελλάδα βελτίωσε κατά δύο θέσεις τη σχετική ψηφιακή ανταγωνιστικότητά της το 2019 εν συγκρίσει με το προηγούμενο έτος, ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της σχετικής λίστας. Συγκεκριμένα από την τελευταία θέση που κατείχε το 2018 πλέον βρίσκεται στην τρίτη θέση από το τέλος στη συνολική ψηφιακή ανταγωνιστικότητα μεταξύ των 28 κρατών μελών της ΕΕ.

Η τάση μάλιστα αποδεικνύεται διαχρονική αφού το γεγονός ότι η χώρα μας αποτελεί μια από τις πιο ακριβές αγορές της ΕΕ επιβεβαιώνουν και όλες οι ετήσιες έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις τιμές λιανικής σε προγράμματα κινητής που περιλαμβάνουν 2, 5, 10 και 20 gigabytes που πραγματοποιούνται από το 2015 μέχρι και σήμερα.

Την εικόνα δεν κατάφεραν να αλλάξουν ούτε και τα ειδικά προγράμματα κι οι εκπτώσεις που προσέφεραν οι πάροχοι στο πλαίσιο των δράσεων ψηφιακής αλληλεγγύης ενόψει της πανδημίας του κορονοϊού. Ακόμα και τον Μάρτιο του 2020 η  σύγκριση τιμών έδειξε ότι οι τιμές παροχής δεδομένων κινητού δικτύου στην Ελλάδα ήταν αρκετές φορές υψηλότερες από αυτές της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Ιρλανδίας, της Φινλανδίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας, παρόλο που οι επτά αυτές χώρες έχουν υψηλότερα συγκριτικά επίπεδα τιμών (δηλαδή οι εν γένει τιμές καταναλωτή είναι υψηλότερες στις χώρες αυτές).

Σε σχέση με το «καύσιμο» της ψηφιακής οικονομίας, δηλαδή τη συνδεσιμότητα, η χώρα μας αποδεικνύεται για πέντε συναπτά έτη το λιγότερο ανταγωνιστικό κράτος μέλος της ΕΕ. Να διευκρινιστεί ότι η διάσταση Συνδεσιμότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μετρά την ανταγωνιστικότητα των κρατών μελών στη σταθερή και κινητή ευρυζωνική κάλυψη και αφομοίωση, καθώς επίσης και στα επίπεδα τιμών σταθερής ευρυζωνικής λιανικής.

Να θυμίσουμε ότι σύμφωνα με την κατάταξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ψηφιακή ανταγωνιστικότητα του 20191, η Ελλάδα κατέλαβε την τρίτη θέση από τη τέλος, όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα στα αριστερά. Στη συνδεσιμότητα - το «καύσιμο» της ψηφιακής οικονομίας - η Ελλάδα κατατάσσεται ως το λιγότερο ανταγωνιστικό κράτος-μέλος της ΕΕ, όπως φαίνεται παρακάτω στο διάγραμμα στα δεξιά.

Οι τιμολογιακές διαφορές μεταξύ Ελλάδας κι άλλων ευρωπαϊκών αγορών

Για να γίνουν κατανοητές οι τιμολογιακές διαφορές η έρευνα αναφέρει και παραδείγματα πακέτων και παροχών ανά χώρα. Όπως σημειώνει με προϋπολογισμό 20 ευρώ το μήνα, στην Ελλάδα ο καταναλωτής αγοράζει ένα πρόγραμμα 4G κινητής το οποίο δεν ξεπερνά τα τα 2,6 gigabytes δεδομένων, τα 300 λεπτά ομιλίας και τα 500 SMS. Σε όλες τις άλλες αγορές, με 20 ευρώ το μήνα, ο καταναλωτής θα μπορούσε να αγοράσει περίπου 7 φορές περισσότερα gigabytes τουλάχιστον, και επιπλέον απεριόριστα λεπτά ομιλίας και SMS (στην Αυστρία θα μπορούσε να αγοράσει 2.000 λεπτά ομιλίας και SMS με 20 ευρώ το μήνα). Στη Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να αγοράσουν απεριόριστο όγκο δεδομένων για τα smartphone τους, πληρώνοντας λιγότερο από 20 ευρώ το μήνα.

Αντιστοίχως με προϋπολογισμό 40 ευρώ το μήνα, οι Έλληνες καταναλωτές θα μπορούσαν να αγοράσουν ένα πρόγραμμα 4G κινητής με το πολύ 11 gigabytes, 500 λεπτά ομιλίας και 500 SMS. Σε όλες τις άλλες αγορές, με 40 ευρώ το μήνα, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να αγοράσουν τουλάχιστον περίπου 3 φορές περισσότερα gigabytes και επιπλέον απεριόριστα λεπτά ομιλίας και SMS. Στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να αγοράσουν απεριόριστο όγκο δεδομένων με ταχύτητες HD βίντεο και απεριόριστα λεπτά και SMS για λιγότερο από 40 ευρώ το μήνα.

Επιπλέον τα προγράμματα κινητής με απεριόριστο όγκο δεδομένων και ελάχιστη ταχύτητα 3 Mbit/s για συνεχή ροή βίντεο HD ήταν διαθέσιμα, κατά το Μάρτιο του 2020, σε 7 από τις 8 χώρες που συμπεριλήφθηκαν σε αυτή τη σύγκριση. Οι Έλληνες καταναλωτές κλήθηκαν να πληρώσουν 149,90 ευρώ μηνιαίως κατά το Μάρτιο του 2020 για να αγοράσουν πρόγραμμα κινητής το οποίο περιλαμβάνει απεριόριστο όγκο δεδομένων για την υποστήριξη συνεχούς ροής βίντεο HD, ήτοι 6 φορές περισσότερο από ό,τι πληρώνουν οι Ολλανδοί καταναλωτές.

Τις πταίει για τις υψηλές τιμές

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας ένας λόγος για τις υψηλές τιμές και για θέματα ανταγωνισμού που προκύπτουν είναι και το γεγονός ότι στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται μόνο τρεις πάροχοι. Να θυμίσουμε ότι τα τελευταία 20 χρόνια η ελληνική αγορά κινητής τηλεφωνίας ελέγχεται από τους ίδιους τρεις φορείς/εταιρίες κινητής τηλεφωνίας (ΕΚΤ) τα τελευταία 20 χρόνια: την Cosmote που ανήκει στον όμιλο Deutsche Telekom, την Vodafone που ανήκει στον όμιλο Vodafone και την Wind Greece, στην οποία συμμετέχουν θεσμικοί επενδυτές. Τα μερίδια αγοράς των τριών φορέων κινητής τηλεφωνίας σύμφωνα με την EETT είναι εν πολλοίς σταθερά από το 2009 μέχρι και σήμερα – η Cosmote ελέγχει περίπου το 50% της αγοράς, η Vodafone περίπου 30% και η Wind περίπου 20%. Μάλιστα από το 2013 κι έπειτα τα αιτήματα και οι εγκρίσεις φορητότητας αριθμών κινητής τηλεφωνίας (MNP) μειώνονται σταθερά, κάτι που υποδηλώνει πρόβληματα ανταγωνισμού.

Όπως προέκυψε από την σύγκριση των τιμών προγραμμάτων κινητής τηλεφωνίας (φωνή και δεδομένα) αλλά κι από τιμές προγραμμάτων συνδεσιμότητας σε κινητά ευρυζωνικά δίκτυα μόνο για δεδομένα σε οκτώ ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, οι τιμές είναι χαμηλότερες σε όσες αγορές δραστηριοποιούνται 4 πάροχοι ή 3 μεταξύ των οποίων κι ένας «αποστάτης». Σύμφωνα με την Redwheel η μέση τιμή των τριών μεγαλύτερων ανταγωνιστών σε χώρες με τέσσερις εταιρείες (25 ευρώ) είναι πολύ μικρότερη από τη μέση τιμή των ανταγωνιστών σε αγορές με τρεις «παίχτες» (44 €). Μάλιστα η έρευνα υποστηρίζει ότι οι τιμές στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλές ακόμα και εάν εξαιρεθούν οι φόροι κινητής τηλεφωνίας.

Ευκαιρία για την είσοδο μιας τέταρτης εταιρείας στην αγορά και κατ επέκταση για μια κάποια μείωση τιμών αποτελεί σύμφωνα με την Rewheel ο διαγωνισμός για τις συχνότητες που θα αναπτυχθούν τα δίκτυα 5G.

«Η πιο ενδεδειγμένη ρυθμιστική λύση για την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού είναι η είσοδος νέων εταιρειών κινητής τηλεφωνίας που ιδανικά δεν ελέγχονται από μεγάλους τηλεπικοινωνιακούς Ομίλους ή Ομίλους που έχουν συμφέροντα στις αγορές ευρυζωνικών συνδέσεων σταθερού δικτύου (π.χ. κατεστημένους φορείς σταθερής τηλεφωνίας σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές)», αναφέρει η Rewheel.

Μάλιστα προτείνει στις ρυθμιστικές αρχές της χώρας να δεσμεύσουν επαρκές φάσμα τόσο σε υψηλές(π.χ. 700 MHz)  όσο και σε χαμηλές(π.χ. 3400-3800 MHz) συχνότητες, ενθαρρύνοντας με τον τρόπο αυτό την είσοδο νέων παικτών. Οι προτάσεις αυτές για την επερχόμενη δημοπρασία των συχνοτήτων 5G που διενεργεί η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) καθώς ο χρόνος δημοσιοποίησης της μελέτης προκάλει εντύπωση συμφωνα με παράγοντες της αγοράς. Ειδικά εφόσον η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν συμμετείχε με προτάσεις στην επίσημη διαβούλευση για τον διαγωνισμό των συχνοτήτων  η οποία έληξε στις 30 Απριλίου.

Σκληρός ο αντίλογος από τις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες

Ο αντίλογος των παρόχων αλλά και της ΕΕΚΤ είναι σκληρός. Σε γενικότερο πλαίσιο οι πάροχοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες μελέτες δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα επειδή βασίζονται σε τιμές καταλόγου και όχι στις πραγματικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές. Όπως έχουν επισημάνει και στο παρελθόν η μεθοδολογία των φορέων που παρακολουθούν τις τιμές στην Ευρώπη στηρίζεται στις ονομαστικές τιμές, ενώ στην Ελλάδα η τάση είναι να εφαρμόζονται υψηλότατες εκπτώσεις επί των ονομαστικών τιμών, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι το μέσο έσοδο ανά πελάτη στην Ελλάδα σε σχέση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη είναι από τα χαμηλότερα.

Σύμφωνα με στελέχη της Vodafone που μίλησαν στο insider.gr «πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από ανακρίβειες παντελώς εσφαλμένα στοιχεία και ανεδαφικές αναφορές, όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα αλλά παρασύρουν τον αναγνώστη σε λάθος συμπεράσματα και υπονομεύουν το ψηφιακό μέλλον της ελλάδας και μάλιστα για λόγους άσχετους από την καλή λειτουργία των θεσμών της χώρας.

Πηγές της Cosmote ανέφεραν στο insider.gr ότι η έρευνα βασίζεται σε παλιά αντικρουόμενα και μη αντιπροσωπευτικά στοιχεία που οδηγούν σε στρεβλά συμπεράσματα τους καταναλωτές.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο σχολιασμός από πηγές της Wind. «Η μελέτη βασίζεται σε αδόκιμη μεθοδολογία και κατά γενική ομολογία περιλαμβάνει πλήθος ανακριβειών που βάλουν την φήμη του κλάδου των επικοινωνιών, ενός κλάδου που έχει αποδειχτεί από τους πιο δυναμικούς της αγοράς ειδικά το τελευταίο διάστημα» σημειώνουν χαρακτηριστικά στο insider.gr. Παράλληλα μάλιστα, προσθέτουν πως η συγκεκριμένη μελέτη «υπονομεύει και την ψηφιακή πορεία της χώρας».

Για «αμφιβόλου αξιοπιστίας έρευνα» μιλά και η EETT. «Η μελέτη την οποία επικαλείται και παρουσιάζει η Επιτροπή Ανταγωνισμού εμφανίζει παράδοξα και εν πολλοίς αντιφατικά στοιχεία ενώ η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι αμφιβόλου αξιοπιστίας» αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) .

Μεταξύ των αντιφατικών στοιχείων η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι οι πολιτικές κοινής χρήσης υποδομής αποτελούν διεθνή τάση με στόχο τη μείωση του κόστους επενδύσεων και πρέπει να ενθαρρύνονται και προφανώς πρέπει να διευκρινίζεται αν αφορούν χρήση φάσματος, χρήση ενεργού εξοπλισμού ή απλώς παθητικό εξοπλισμό που οδηγεί και σε μείωση του αριθμού των κεραιοσυστημάτων.

Επιπλέον επισημαίνει ότι η επιλογή των χωρών που χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα αποτελούν αντιπαραδείγματα παρεμβάσεων, όπως η περίπτωση του Καναδά η οποία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μονοπωλιακής/δυοπωλιακής αγοράς.

Όσον αφορά την επιλογή στη σύγκριση πακέτων που δεν είναι αντιπροσωπευτικά της μέσης χρήσης στην ελληνική αγορά καθώς δεν υπάρχει ρητή αναφορά στην επιβάρυνση της φορολογίας ή άλλων χαρακτηριστικών όπως η χρονική δέσμευση του συμβολαίου, η επιδότηση συσκευής ή εκπτωτική πολιτική, κλπ. Αφορά δηλαδή σε ένα πολύ μικρό μερίδιο αγοράς.