Σε κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπάρχουν απαλλαγές που αφορούν το σύνολο των καλύψεων ή συγκεκριμένες μόνο καλύψεις. Αυτό συμβαίνει γιατί μια 100% κάλυψη ενός κινδύνου από την ασφαλιστική θα οδηγούσε σε πολύ ακριβά ασφάλιστρα. Με την επιβολή απαλλαγών εξασφαλίζεται η συμμετοχή του ασφαλισμένου στα έξοδα κάλυψης ενός κινδύνου ή ακόμη και η μη εμπλοκή της ασφαλιστικής αν μια ζημιά είναι πολύ μικρή. 

Οι απαλλαγές συνήθως αναφέρονται είτε ως απόλυτα μεγέθη (π.χ. 1.000 ευρώ) είτε ως ποσοστά (π.χ. 10%) είτε ως συνδυασμός (π.χ. ποσοστό 10% με ελάχιστο ποσό τα 1.000 ευρώ) είτε αθροιστικά (π.χ. απαλλαγή 1.000 ευρώ και συμμετοχή 10%). Σε κάθε περίπτωση ο πελάτης πρέπει να γνωρίζει, από τη στιγμή που ασφαλίζεται, αν υπάρχουν απαλλαγές και τι είδους απαλλαγές υπάρχουν στο ύψος της τυχόν αποζημίωσής του. 

Επίσης, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε δύο ακόμα σημεία, ως προς τις απαλλαγές. Πρώτον στο αν η απαλλαγή υπολογίζεται στο ύψος της ζημιάς ή στο ύψος του ασφαλισμένου κεφαλαίου. Υπάρχει τεράστια διαφορά. Δεύτερον, πώς υπολογίζεται η απαλλαγή σε δύο ζημιογόνα γεγονότα που οφείλονται στην ίδια αιτία, γιατί υπάρχουν πολλές διαφορές, ανάλογα με τη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο ζημιών κ.λπ. 

Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και άλλα πολλά, δεν αποτελούν λεπτομέρειες, αλλά σημαντικά σημεία ενός ασφαλιστηρίου για τα οποία πρέπει να είναι ενήμερος κάθε πελάτης μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει δυστυχώς μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί ανασφάλιστος ή να λάβει αποζημίωση πολύ μικρότερη από αυτή που νόμιζε.