Σε ασφυξία τα νοικοκυριά λόγω κόστους στέγασης – Κρίσιμοι οι πρώτοι μήνες του 2023

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
Σε ασφυξία τα νοικοκυριά λόγω κόστους στέγασης – Κρίσιμοι οι πρώτοι μήνες του 2023
Στον κίνδυνο που απορρέει από την άνοδο των επιτοκίων και θα επιβαρύνει τον υφιστάμενο δανεισμό ή θα αποτρέψει τον νέο, αλλά και στον κίνδυνο από την επίπτωση του πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα, το κόστος στέγασης έρχεται να προστεθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας για τα νοικοκυριά το 2023. Οι επισημάνσεις ΕΚΤ και ΤτΕ.

Στον κίνδυνο που απορρέει από την άνοδο των επιτοκίων και θα επιβαρύνει τον υφιστάμενο δανεισμό ή θα αποτρέψει τον νέο, αλλά και στον κίνδυνο από την επίπτωση του πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα, έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη επιβαρυντικός παράγοντας για τα νοικοκυριά το 2023. Πρόκειται για το υψηλό κόστος στέγασης που απειλεί να οδηγήσει σε ασφυξία τα νοικοκυριά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το κόστος στέγασης παρουσίασε ιδιαίτερα υψηλό ετήσιο ρυθμό μεταβολής κατά 35,4% το Σεπτέμβριο του 2022. Οι πιέσεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν τους πρώτους μήνες του 2023 και να μετριαστούν μόνο εν μέρει, αφενός από τα δημοσιονομικά μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων του αυξημένου ενεργειακού κόστους και αφετέρου από τις αναμενόμενες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις.

Ο ρυθμός αύξησης των τιμών των διαμερισμάτων επιταχύνθηκε το α΄ εξάμηνο του 2022 στο 9,3% σε ετήσια βάση, από 7,5% το 2021. Μάλιστα, το β΄ τρίμηνο του 2022 οι τιμές των διαμερισμάτων για το σύνολο της χώρας αυξήθηκαν κατά 9,4% συγκριτικά με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2021. Για το β΄ τρίμηνο του 2022, υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης των τιμών παρουσίασαν τα νεόδμητα διαμερίσματα έναντι των παλαιών (ηλικίας άνω των πέντε ετών), 10,5% και 8,7% αντίστοιχα. Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι οι μεγαλύτερες αυξήσεις για το β΄ τρίμηνο του 2022 καταγράφηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου διαμορφώθηκαν διψήφιοι ετήσιοι ρυθμοί αύξησης στην Αθήνα (10,9%) και στη Θεσσαλονίκη(10,4%).

Η ΤτΕ επισημαίνει, ωστόσο, ότι παράλληλα εντάθηκαν οι πληθωριστικές πιέσεις, με αποτέλεσμα ο ρυθμός μεταβολής των πραγματικών τιμών των κατοικιών να έχει επιβραδυνθεί.

Μεσοπρόθεσμα, πρωτοβουλίες σχετικές με τη στήριξη προς συγκεκριμένες κατηγορίες νοικοκυριών (π.χ. νέοι, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες) για απόκτηση κατοικίας καθώς και για την ανακαίνιση παλαιών κατοικιών (π.χ. προγράμματα “Σπίτι μου” και “Ανακαινίζω – εξοικονομώ/ενοικιάζω”) αναμένεται να συμβάλουν στη βελτίωση του κτηριακού αποθέματος, αλλά και στην ενίσχυση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών αυτών.

Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι οι τιμές των κατοικιών απέχουν ακόμη σημαντικά από το ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση. Με βάση τον δείκτη τιμών διαμερισμάτων που καταρτίζει η Τράπεζα της Ελλάδος για το σύνολο της χώρας, η υψηλότερη τιμή του δείκτη παρατηρήθηκε το έτος 2008 (101,7), στη συνέχεια ο δείκτης ακολούθησε σταθερά καθοδική πορεία και κατέγραψε τη χαμηλότερη τιμή του το 2017 (59). Έκτοτε, ο δείκτης εμφανίζει σταθερά ανοδική πορεία και διαμορφώθηκε σε 78,5 το β΄ τρίμηνο του 2022.

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ στην δική της Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αναφέρει ότι ειδικά σε χώρες όπου τα οικιστικά ακίνητα είναι υπερτιμημένα, τα επίπεδα του χρέους είναι αυξημένα και το χρέος των νοικοκυριών είναι κατά κύριο λόγο σε κυμαινόμενα επιτόκια, τα νοικοκυριά θα μπορούσαν να βιώσουν πολύ πιο δύσκολα την απότομη άνοδο των επιτοκίων και η ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους να επιδεινωθεί. Οι ονομαστικές τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 9,3% στο συνολικό επίπεδο της ζώνης του ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2022 – ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από το προηγούμενο τρίμηνο -, με την δυναμική των τιμών των κατοικιών να υπερβαίνει τα θεμελιώδη μεγέθη σε αρκετές χώρες της ευρωζώνης.

Παράλληλα, το απόθεμα των στεγαστικών δανείων συνέχισε να παρουσιάζει σταθερή ανάπτυξη, αλλά η κατακόρυφη αύξηση του κόστους δανεισμού από τις αρχές του 2022 και η αναμενόμενη περαιτέρω αυστηροποίηση των χρηματοοικονομικών συνθηκών είναι πιθανό να μειώσουν τη ζήτηση για νέα δάνεια στο μέλλον.

Επιτόκια – Δανεισμός και Αποταμίευση

Η περαιτέρω ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος το προσεχές διάστημα αναμένεται να ασκήσει σταδιακά μεγαλύτερη επίδραση στο κόστος εξυπηρέτησης των δανείων προς τα νοικοκυριά, τα οποία σε σημαντικό ποσοστό έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, επισημαίνει η ΤτΕ.

Από τον Ιούλιο του 2022 το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα των δανείων προς τα νοικοκυριά αυξήθηκε (Σεπτέμβριος 2022: 4,5%, Ιούνιος 2022: 3,9%) αντανακλώντας τη σταδιακή ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Η αύξηση αυτή ήταν πιο αισθητή στα μακροπρόθεσμα δάνεια. Ειδικότερα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα στεγαστικών δανείων με διάρκεια άνω των πέντε ετών αυξήθηκε κατά 74 μονάδες βάσης (Σεπτέμβριος 2022: 2,7%, Ιούνιος 2022: 2%), ενώ στα στεγαστικά δάνεια με διάρκεια από ένα έως πέντε έτη αυξήθηκε κατά 25 μονάδες βάσης (Σεπτέμβριος 2022: 4,1%, Ιούνιος 2022: 3,9%).

Αντίστοιχα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα των καταναλωτικών και λοιπών δανείων προς τα νοικοκυριά με διάρκεια άνω των πέντε ετών αυξήθηκε κατά 29 μονάδες βάσης (Σεπτέμβριος 2022: 6,6%, Ιούνιος 2022: 6,3%), ενώ σε αυτά με διάρκεια έως ένα έτος παρέμεινε αμετάβλητο στο 14,1%.

Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, η εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της σχετικής ευχέρειας εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 1,7% το β΄ τρίμηνο του 2022 έναντι του β΄ τριμήνου του 2021, ενώ το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού λόγω των σημαντικών αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας, των διατροφικών αγαθών και του μεταφορικού κόστους, αλλά και της συνακόλουθης διάχυσης των ανατιμήσεων στο σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών, ασκεί σημαντικές πιέσεις στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των ευάλωτων.

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ αναφέρει ότι ο υψηλός πληθωρισμός και οι φόβοι για ύφεση θολώνουν τις οικονομικές προοπτικές των νοικοκυριών της ζώνης του ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, η καταναλωτική εμπιστοσύνη και οι προσδοκίες των νοικοκυριών για τη μελλοντική τους οικονομική κατάσταση έχουν φτάσει σε νέα ιστορικά χαμηλά. Επιπλέον, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι καθώς το υψηλό ποσοστό αποταμίευσης που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας εξομαλύνεται, η ικανότητα των νοικοκυριών να μειώνουν περαιτέρω τις αυξήσεις των τιμών σταδιακά μειώνεται.

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι ο δανεισμός των νοικοκυριών έχει παραμένει εύρωστος μέχρι στιγμής, αλλά υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι έχει φτάσει σε σημείο καμπής. Το χρέος των νοικοκυριών παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό, υποχωρώντας ελαφρά σε λίγο λιγότερο από το 97% του διαθέσιμου εισοδήματος το δεύτερο τρίμηνο του 2022, αν και τα στοιχεία ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών.

Καθώς τα επιτόκια αυξάνονται, η ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους ορισμένων νοικοκυριών μπορεί να υποφέρει, αναφέρει η ΕΚΤ. Παράλληλα, η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να επηρεάσει την παροχή πιστώσεων προς τα νοικοκυριά. Ενδεικτικά, η αύξηση του δανεισμού για αγορά κατοικίας καθώς και της κατανάλωσης παρέμεινε σταθερή τους τελευταίους μήνες, με τον Σεπτέμβριο να παρουσιάζει αύξηση 5,1% και 3,7% αντίστοιχα, αλλά η ανοδική τάση φαίνεται να έχει σταματήσει. Ωστόσο, με τα επιτόκια των πιστώσεων των νοικοκυριών να έχουν αυξηθεί απότομα μετά την εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής και τις τράπεζες να αναφέρουν αυστηροποίηση των πιστωτικών κριτηρίων καθώς και μείωση της ζήτησης δανείων από τα νοικοκυριά, είναι πιθανό να μειωθεί περαιτέρω ο όγκος των δανείων.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

ΕΚΤ: Φόβοι για λουκέτα σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις – Μεταφορές και βιομηχανία στο επίκεντρο